Εκείνη αμέσως άρχισε να τρυγά τα δαχτυλίδια από τα δάχτυλα, και προτού βγάλει το δεύτερο, ο ξερακιανός είχε βρεθεί στο πλευρό της, είχε βγάλει ένα πουγκί από την τσέπη του σακακιού του και της το έτεινε να τα ρίξει μέσα. Μετά τα δαχτυλίδια, ακολούθησαν το βραχιόλι και το περιδέραιο.
Η Νυνάβε κοίταξε τον Ούνο και σήκωσε το φρύδι της.
«Κάθε πέννα πάει στους φτωχούς», της είπε με χαμηλή φωνή που μόλις έφτασε στο αυτί της, «ή σε κάποιον που έχει ανάγκη. Αν δεν του είχε δώσει το σπίτι της μια εμπόρισσα, θα έμενε σε κανέναν καμένο στάβλο ή σε καμιά από τις παράγκες που είναι έξω από την πόλη».
«Ακόμα και το φαγητό του είναι δώρο», είπε εξίσου χαμηλόφωνα ο Ράγκαν. «Κάποτε του έφερναν φαγητά από κείνα που τρώνε οι βασιλιάδες, ώσπου έμαθαν ότι τα έδινε όλα και κρατούσε μόνο λίγο ψωμί και σούπα ή βραστό, Δεν πίνει σχεδόν καθόλου κρασί τώρα».
Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος να βρεις χρήματα για τους φτωχούς. Απλώς έκλεβες απ’ όσους δεν ήταν φτωχοί. Φυσικά, έτσι στο τέλος όλοι θα κατέληγαν φτωχοί, αλλά μπορεί για ένα διάστημα να είχε επιτυχία. Αναρωτήθηκε αν ο Ούνο και ο Ράγκαν τα ήξεραν όλα. Οι άνθρωποι που ισχυρίζονταν ότι μάζευαν χρήματα για τους άλλους, είχαν τη συνήθεια να αφήνουν αρκετά να μαζευτούν στη δική τους τσέπη, ή, σε άλλες περιπτώσεις, τους άρεσε η εξουσία που τους χάριζε το να μοιράζουν χρήματα, τους άρεσε παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Η Νυνάβε είχε καλύτερη γνώμη γι’ αυτόν που έδινε ένα χάλκινο από το δικό του πουγκί παρά γι’ αυτόν που άρπαζε μια χρυσή κορώνα από το πουγκί κάποιου άλλου. Και δεν έτρεφε την παραμικρή συμπάθεια για τους ανόητους που εγκατέλειπαν τα αγροκτήματα και τα μαγαζιά τους για να ακολουθήσουν αυτόν τον... αυτόν τον Προφήτη, χωρίς να έχουν ιδέα πού θα έβρισκαν να φάνε αύριο.
Στο δωμάτιο, η γυναίκα έκλινε το γόνυ στον Μασέμα ακόμα πιο βαθιά από πριν, απλώνοντας τα φουστάνια της και σκύβοντας το κεφάλι. «Μέχρι να ξανάχω την τιμή να δεχθώ τα λόγια και τις συμβουλές του Προφήτη. Το όνομα του Άρχοντα Δράκοντα να είναι ευλογημένο στο Φως».
Ο Μασέμα της έκανε αφηρημένα νόημα να φύγει, έχοντας σχεδόν ξεχάσει ότι ήταν εκεί. Είχε δει τους άλλους στο διάδρομο και τους κοίταζε μ’ όση περισσότερη ευχαρίστηση μπορούσε να δείξει το αυστηρό πρόσωπό του. Που δεν ήταν και πολλή. Η γυναίκα βγήκε με μεγάλες δρασκελιές και φάνηκε να μην προσέχει καν την ύπαρξη της Νυνάβε και των δύο ανδρών. Η Νυνάβε κοίταξε ξεφυσώντας τον ξερακιανό με το κόκκινο σακάκι που τους έκανε βιαστικά νόημα να μπούνε. Η γυναίκα κατάφερνε πολύ καλά να δίνει αριστοκρατική εντύπωση, ειδικά αν σκεφτόσουν ότι μόλις είχαν απαιτήσει απ’ αυτή να δώσει τα κοσμήματά της.
Ο ξερακιανός γύρισε στη θέση του πλάι στην πόρτα, καθώς οι άλλοι τρεις άνδρες έδιναν τα χέρια με τον τρόπο των Μεθοριτών, σφίγγοντας ο ένας τον πήχυ του άλλου.
«Η ειρήνη να χαμογελά στο σπαθί σου», είπε ο Ούνο, και ο Ράγκαν τον μιμήθηκε.
«Η ειρήνη να χαμογελά στον Άρχοντα Δράκοντα», ήταν η απάντηση, «και το Φως του να μας φωτίζει όλους». Η ανάσα της Νυνάβε σκάλωσε στο λαιμό της. Δεν υπήρχε αμφιβολία τι εννοούσε· ο Άρχοντας Δράκοντας ήταν η πηγή του Φωτός. Κι είχε το θράσος να μιλάει για τη βλασφημία άλλων! «Ήρθατε επιτέλους στο Φως;»
«Περπατούμε στο Φως», είπε ο Ράγκαν με προσοχή. «Όπως πάντα». Ο Ούνο έμεινε σιωπηλός, με το πρόσωπό του ανέκφραστο.
Η κούραση και η καρτερικότητα έπαιξαν ένα παράξενο παιχνίδι στα αυστηρά χαρακτηριστικά του Μασέμα. «Δεν υπάρχει δρόμος για το Φως παρά μόνο μέσω του Άρχοντα Δράκοντα. Θα δείτε την οδό και την αλήθεια στο τέλος της, διότι είδατε τον Άρχοντα Δράκοντα, και μόνο οι ψυχές που τις έχει καταπιεί η Σκιά μπορούν να δουν χωρίς να πιστέψουν. Εσείς δεν είστε τέτοιοι. Θα πιστέψετε».
Παρά τη ζέστη και το μάλλινο επώμιο, η Νυνάβε ένιωσε μια ανατριχίλα ν’ ανηφορίζει τα χέρια της. Η φωνή του ανθρώπου αυτού ήταν γεμάτη από απόλυτη πεποίθηση, και τώρα που ήταν κοντά του έβλεπε ένα λαμπύρισμα στα σχεδόν κατάμαυρα μάτια του που γειτόνευε με την τρέλα. Ο Μασέμα έστρεψε εκείνα τα μάτια πάνω της, και τα γόνατά της μούδιασαν. Μπροστά του, ο πιο λυσσασμένος Λευκομανδίτης που είχε δει ποτέ της έμοιαζε πράος. Οι άλλοι στο σοκάκι ήταν ωχρή απομίμηση του αφέντη τους.
«Εσύ, γυναίκα. Είσαι έτοιμη να έρθεις στο Φως του Άρχοντα Δράκοντα, εγκαταλείποντας αμαρτία και σάρκα;»
«Περπατώ στο Φως όσο καλύτερα μπορώ». Εκνευρίστηκε όταν έπιασε τον εαυτό της να μιλά με προσοχή σαν τον Ράγκαν. Αμαρτία; Μα ποιος νόμιζε πως ήταν;
«Είσαι δοσμένη στη σάρκα». Το βλέμμα του Μασέμα έκαιγε, καθώς άγγιζε το κόκκινο φόρεμά της και το επώμιο που ήταν σφιχτοτυλιγμένο γύρω της.