Выбрать главу

«Τι εννοείς δηλαδή μ’ αυτό;» Τα μάτια του Ούνο πλάτυναν απ’ την έκπληξη, και ο Ράγκαν της έκανε μικρά νοήματα να κλείσει το στόμα της, όμως της Νυνάβε θα της ήταν εξίσου αδύνατο να σταματήσει όσο και να πετάξει. «Νομίζεις ότι έχεις δικαίωμα να μου πεις πώς να ντύνομαι;» Προτού καλά-καλά συνειδητοποιήσει τι έκανε, είχε λύσει το επώμιο και το είχε φορέσει στους αγκώνες της· ούτως ή άλλως έκανε πολλή ζέστη. «Κανένας άνδρας δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, ούτε για μένα ούτε για καμία άλλη γυναίκα! Αν θελήσω να βγω γυμνή, δεν θα ήταν δική σου δουλειά!»

Ο Μασέμα έμεινε να μελετά τον κόρφο της για μια στιγμή —δεν υπήρχε ίχνος θαυμασμού στα βαθιά μάτια του, μονάχα καυστική περιφρόνηση― και μετά σήκωσε το βλέμμα εκείνο στο πρόσωπό της. Το πραγματικό και το ζωγραφισμένο μάτι του Ούνο τώρα ήταν ασορτί, καθώς κοίταζαν σκυθρωπά το τίποτα, και ο Ράγκαν έκανε ένα μορφασμό, καθώς σίγουρα μουρμούριζε κάτι με το νου του.

Η Νυνάβε ξεροκατάπιε. Αντί να φυλαχτεί, είχε αφήσει τη γλώσσα λυτή. Για πρώτη ίσως φορά στη ζωή της, μετάνιωνε πραγματικά που είχε πει αυτό που είχε στο μυαλό χωρίς πρώτα να το σκεφτεί. Αν αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να διατάξει να κόψουν τα χέρια κάποιων, να διατάξει να κρεμάσουν κόσμο, με μια χαζή επίφαση δίκης μονάχα, ποιος ήξερε για τι άλλα πράγματα θα ήταν ικανός; Η Νυνάβε αισθάνθηκε ότι ήταν αρκετά θυμωμένη ώστε να διαβιβάσει.

Αλλά, αν διαβίβαζε... Αν ήταν πράγματι στη Σαμάρα η Μογκέντιεν ή οι Μαύρες αδελφές... Αλλά, αν δεν διαβιβάσω...! Ήθελε πολύ να τυλιχτεί πάλι με το επώμιο, μέχρι το πηγούνι της. Όχι όμως τώρα που την κοίταζε αυτός. Κάτι στο βάθος του μυαλού της της φώναζε να μην είναι τόσο βλάκας —μόνο οι άνδρες άφηναν την περηφάνια τους να υπερβεί την κοινή λογική― αλλά αντάμωσε με θάρρος το βλέμμα του, έστω κι αν αναγκάστηκε να ξεροκαταπιεί ξανά.

Το χείλος του στράβωσε. «Αυτά τα ρούχα τα φοράνε για να μαυλίσουν τον άνδρα, για κανένα άλλο λόγο». Η Νυνάβε δεν καταλάβαινε πώς μπορούσε η φωνή του να είναι τόσο φλογερή και τόσο παγωμένη ταυτοχρόνως «Οι σκέψεις της σάρκας αποσπούν το νου από τον Άρχοντα Δράκοντα και το Φως. Σκέφτηκα να απαγορεύσω τα φορέματα που τραβούν τα ανδρικά βλέμματα και μυαλά. Οι γυναίκες που σπαταλούν τον καιρό τους πλανεύοντας άνδρες, και οι άνδρες που πλανεύουν γυναίκες, θα τιμωρηθούν μέχρι να καταλάβουν ότι η χαρά μπορεί να βρεθεί μόνο στον τέλειο στοχασμό του Άρχοντα Δράκοντα και του Φωτός». Δεν την κοίταζε πια. Το σκοτεινό, πυρωμένο βλέμμα τη διαπερνούσε και έβλεπε κάτι μακρινό. «Τα καπηλειά και τα μέρη που πουλάνε ποτό, κι όλα τα μέρη που αποσπούν τους ανθρώπους από τους τέλειους στοχασμούς τους, ας κλείσουν, ας καούν ως τα θεμέλια. Σύχναζα σε τέτοια μέρη τον καιρό της αμαρτίας μου, αλλά τώρα μετανιώνω εκ βάθους καρδίας, όπως θα ’πρεπε να μετανιώσουν όλοι για τα ανομήματά τους. Υπάρχει μονάχα ο Άρχοντας Δράκοντας και το Φως! Όλα τα άλλα είναι ψευδαίσθηση, δόκανο που έστησε η Σκιά!»

«Αυτή είναι η Νυνάβε αλ’Μεάρα», είπε γοργά ο Ούνο στην πρώτη παύση που έκανε ο Μασέμα για να ανασάνει. «Από το Πεδίο του Έμοντ, στους Δύο Ποταμούς, απ’ όπου ήρθε ο Άρχοντας Δράκοντας». Ο Μασέμα γύρισε αργά το κεφάλι προς τον μονόφθαλμο και η Νυνάβε έσπευσε να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία για να ξαναβάλει στο επώμιο όπως το είχε πριν. «Ήταν στο Φαλ Ντάρα με τον Άρχοντα Δράκοντα, και στο Φάλμε. Ο Άρχοντας Δράκοντας την έσωσε στο Φάλμε. Ο Άρχοντας Δράκοντας τη νοιάζεται σαν μητέρα του».

Άλλοτε θα του τα έψελνε για τα καλά, και ίσως να του έστριβε το αυτί. Ο Ραντ κατ’ αρχάς δεν την είχε σώσει —δεν είχε γίνει ακριβώς έτσι― και έπειτα ήταν μόνο μερικά χρόνια μεγαλύτερή του. Ακούς εκεί, σαν μητέρα του! Ο Μασέμα στράφηκε πάλι προς το μέρος της. Το φως ζηλωτή που έκαιγε στα μάτια του πριν, δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό που είχε τώρα. Τα μάτια του σχεδόν έλαμπαν.

«Η Νυνάβε. Ναι». Η φωνή του τάχυνε. «Ναι! Θυμάμαι το όνομά σου, και το πρόσωπό σου. Είσαι ευλογημένη ανάμεσα στις γυναίκες, Νυνάβε αλ’Μεάρα, περισσότερο απ’ όλες εκτός από την ευλογημένη μητέρα του Άρχοντα Δράκοντα, διότι παρακολούθησες τον Άρχοντα Δράκοντα να μεγαλώνει». Την άρπαξε από τα μπράτσα και τα σκληρά του δάχτυλα χώθηκαν στη σάρκα της πονώντας την, αλλά αυτός δεν έδειξε να το καταλαβαίνει. «Θα μιλήσεις στα πλήθη για την παιδική ηλικία του Άρχοντα Δράκοντα, για τα πρώτα λόγια της σοφίας του, για τα θαύματα που τον συνόδευαν. Το Φως σε έστειλε εδώ για να υπηρετήσεις τον Άρχοντα Δράκοντα».

Αυτή δεν ήξερε τι να πει. Ποτέ της δεν είχε δει να συμβαίνουν θαύματα κοντά στον Ραντ. Είχε ακούσει για πράγματα στο Δάκρυ, αλλά δεν μπορούσες να πεις θαύματα αυτά που κάνουν οι τα’βίρεν. Δεν ήταν ίδιο πράγμα. Ακόμα κι αυτό που είχε γίνει στο Φάλμε είχε μια λογική εξήγηση. Πάνω-κάτω. Όσο για λόγια σοφίας, τα πρώτα τέτοια που είχε ακούσει απ’ αυτόν ήταν η υπόσχεση ότι δεν θα ξαναπετούσε πέτρα σε κανέναν, που τα είχε πει αφού πρώτα τον είχε δείρει στον πισινό. Κατά τη γνώμη της, δεν είχε ακούσει έκτοτε από το στόμα του κάτι που να μπορείς να το θεωρήσεις σοφό. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα κι αν ο Ραντ έδινε συνετές συμβουλές από την κούνια του, ακόμα κι αν είχαν φανεί κομήτες τη νύχτα και οράματα στον ουρανό την ημέρα, η Νυνάβε και πάλι δεν θα έμενε μαζί μ’ αυτόν εδώ τον τρελό.