Выбрать главу

«Πρέπει να κατέβω το ποτάμι», είπε με προσοχή. «Για να τον βρω. Τον Άρχοντα Δράκοντα». Η ονομασία αυτή της έκαιγε τη γλώσσα, τόσο σύντομα μετά την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό της, όμως, όπως φαινόταν, στον Προφήτη δεν αρκούσε ένα απλό «αυτός» για να αναφερθεί κάποιος στον Ραντ. Φέρομαι λογικά. Αυτό είναι όλο. «Ο άνδρας είναι βελανιδιά, η γυναίκα ιτιά», έλεγε το ρητό. Η βελανιδιά τα βάζει με τον άνεμο και σπάει, η ιτιά λυγίζει, όταν πρέπει, και ζει. Αυτό δεν σήμαινε ότι έπρεπε να της αρέσει όταν λύγιζε. «Εκείνος... ο Άρχοντας Δράκοντας... είναι στο Δάκρυ. Ο Άρχοντας Δράκοντας με κάλεσε εκεί».

«Στο Δάκρυ». Ο Μασέμα πήρε τα χέρια του κι εκείνη έτριψε κρυφά τα μπράτσα της. Άδικα όμως· ο Μασέμα έμοιαζε να κοιτάζει ξανά κάτι που δεν φαινόταν. «Ναι, το άκουσα». Απευθυνόταν σε κάτι που δεν έβλεπε, ή μονολογούσε. «Όταν ταχθεί στο πλευρό του Άρχοντα Δράκοντα η Αμαδισία, όπως έχει κάνει και η Γκεάλνταν, θα οδηγήσω τους ανθρώπους στο Δάκρυ, για να τους λούσει το φέγγος του Άρχοντα Δράκοντα. Θα στείλω μαθητές να. διαδώσουν τα νέα του Άρχοντα Δράκοντα σ’ ολόκληρο το Τάραμπον και το Άραντ Ντόμαν, στη Σαλδαία και στο Κάντορ και στις Μεθόριες, στο Άντορ, και θα οδηγήσω τους ανθρώπους να γονατίσουν στα πόδια του Άρχοντα Δράκοντα».

«Σοφό σχέδιο... ε... ω Προφήτη του Άρχοντα Δράκοντα». Ήταν το πιο χαζό σχέδιο που είχε ακούσει. Αυτό δεν σήμαινε ότι δεν θα πετύχαινε. Για κάποιο λόγο, τα χαζά σχέδια συχνά πετύχαιναν, όταν τα κατάστρωναν άνδρες. Ο Ραντ μπορεί να το διασκέδαζε, αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι γονάτιζαν μπροστά του, με την προϋπόθεση πως διέθετε έστω και τη μισή αλαζονεία απ’ αυτή που ισχυριζόταν η Εγκουέν. «Αλλά δεν μπορούμε... δεν μπορώ να περιμένω. Έχω κληθεί, και όταν μας καλεί ο Άρχοντας Δράκοντας, εμείς οι θνητοί υπακούμε». Κάποια μέρα θα έστριβε το αυτί του Ραντ, που ήταν υποχρεωμένη να λέει τέτοια πράγματα! «Πρέπει να βρω πλοίο που να πηγαίνει κατάντη».

Ο Μασέμα έμεινε να την κοιτάζει τόση ώρα, που η Νυνάβε άρχισε να νιώθει νευρικότητα. Ιδρώτας κύλησε στην πλάτη της και ανάμεσα στα στήθη της, και δεν ήταν μόνο από τη ζέστη. Η ματιά εκείνη θα έκανε και τη Μογκέντιεν να ιδρώσει.

Τελικά ο Μασέμα ένευσε, και το πύρινο βλέμμα του ζηλωτή χάθηκε από τα μάτια του αφήνοντας μόνο τη συνηθισμένη αυστηρότητα και τη βλοσυρή όψη. «Ναι», αναστέναξε. «Αφού κλήθηκες, πρέπει να πας. Πήγαινε με το Φως, και στο Φως. Ντύσου πιο αξιοπρεπώς —αυτοί που ήταν κοντινοί του Άρχοντα Δράκοντα πρέπει να είναι πιο ενάρετοι απ’ όλους― και στοχάσου για τον Άρχοντα Δράκοντα και το Φως του».

«Κανένα ποταμόπλοιο;» επέμεινε η Νυνάβε. «Σίγουρα ξέρεις πότε έρχονται πλοία στη Σαμάρα ή στα χωριά πλάι στο ποτάμι. Αν μου πεις πού μπορώ να βρω, το ταξίδι μου θα είναι πιο... γοργό». Θα έλεγε «πιο άνετο», αλλά δεν φανταζόταν ότι θα είχε σημασία γι’ αυτόν.

«Δεν ασχολούμαι με τέτοια πράγματα», είπε εκείνος πειραγμένος. «Όμως έχεις δίκιο. Όταν προστάζει ο Άρχοντας Δράκοντας, πρέπει να παρουσιάζεσαι αμέσως. Θα ρωτήσω. Αν μπορεί να βρεθεί πλοίο, κάποιος κάποια στιγμή θα μου το πει». Το βλέμμα του στράφηκε στους δύο άνδρες. «Φροντίστε να είναι ασφαλής ως τότε. Αν επιμένει να ντύνεται μ’ αυτόν τον τρόπο, θα προσελκύσει άνδρες με ρυπαρές σκέψεις. Πρέπει να προστατεύεται, σαν χαμένο παιδί, μέχρι να ξαναβρεθεί στο πλάι του Άρχοντα Δράκοντα».

Η Νυνάβε δάγκωσε τη γλώσσα της. Ιτιά, όχι βελανιδιά, εκεί που χρειαζόταν ιτιά. Κατάφερε να κρύψει την ενόχλησή της πίσω από ένα χαμόγελο που έδειχνε όλη την ευγνωμοσύνη που θα ήθελε αυτός ο ανόητος. Ήταν όμως επικίνδυνος ανόητος. Δεν έπρεπε να το ξεχνά αυτό.

Ο Ούνο και ο Ράγκαν τον αποχαιρέτησαν γοργά, σφίγγοντας πάλι τους πήχεις, κι έβγαλαν βιαστικά έξω τη Νυνάβε, βάζοντας την ανάμεσά τους, σαν να θεωρούσαν ότι για κάποιο λόγο έπρεπε να τη φυγαδεύσουν γρήγορα από τον Μασέμα. Εκείνος φάνηκε να τους ξεχνά προτού βγουν από την πόρτα· ήδη κοίταζε τον ξερακιανό που περίμενε πλάι σ’ έναν σωματώδη τύπο με σακάκι αγρότη, ο οποίος κρατούσε και τσαλάκωνε ένα καπέλο στα χοντρά του χέρια, με δέος να προβάλλει στο πλατύ του πρόσωπο.

Η Νυνάβε δεν είπε κουβέντα, καθώς προχωρούσαν στην κουζίνα, όπου η γκριζομάλλα ρουφούσε τα δόντια της και ανακάτευε τη σούπα σαν να μην είχε σαλέψει καθόλου τόση ώρα. Κράτησε το στόμα της κλειστό, ενώ εκείνοι ξανάπαιρναν τα όπλα τους, κλειστό μέχρι που βγήκαν από το δρομάκι και βρέθηκαν σε έναν άλλο, σχετικά πλατύ δρόμο. Τότε γύρισε και τα έβαλε μαζί τους, κουνώντας το δάχτυλό της εναλλάξ κάτω από τις μύτες τους. «Πώς τολμάτε να με τραβολογάτε έτσι από κει!» Οι περαστικοί χαμογέλασαν —οι άνδρες πικρά, οι γυναίκες επιδοκιμαστικά― αν και κανείς τους δεν μπορεί να είχε την παραμικρή ιδέα για το τι συνέβαινε. «Σε πέντε λεπτά θα τον είχα πείσει να μας βρει πλοίο σήμερα! Αν ξανακουμπήσει ποτέ χέρι πάνω μου―» Ο Ούνο ξεφύσηξε τόσο δυνατά, που εκείνη έπαψε έκπληκτη να μιλά.