Выбрать главу

«Πέντε καμένα λεπτά ακόμα, και ο Μασέμα θα είχε ακουμπήσει χέρι πάνω σου, που να καεί. Ή μάλλον θα έλεγε ότι έτσι έπρεπε να γίνει, και τότε κάποιος καμένος θα το έκανε! Όταν λέει ότι κάτι πρέπει να γίνει, πάντα βρίσκονται πενήντα καμένα χέρια, ή εκατό, ή και χίλια, αν χρειαστεί, για να το κάνουν!» Προχώρησε με μεγάλα βήματα στο δρόμο, με τον Ράγκαν στο πλευρό του, και η Νυνάβε αναγκάστηκε να τους ακολουθήσει, αλλιώς θα έμενε μόνη της. Ο Ούνο προχωρούσε σαν να ήξερε ότι η άλλη θα τους ακολουθούσε. Η Νυνάβε παραλίγο θα πήγαινε απ’ αλλού για να του αποδείξει ότι έκανε λάθος. Το ότι τον ακολουθούσε δεν είχε να κάνει με το φόβο ότι θα χανόταν σε κείνο το λαβύρινθο. Θα έβρισκε την έξοδο. Κάποια στιγμή. «Είχε βάλει να μαστιγώσουν —να μαστιγώσουν!― έναν Άρχοντα του Υψηλού Συμβουλίου του Στέμματος, επειδή είχε υψώσει τη φωνή του, και δεν την είχε υψώσει ούτε στο μισό απ’ όσο σήμερα εσύ», μούγκρισε ο μονόφθαλμος. «Είπε ότι ο άλλος χλεύαζε το λόγο του Άρχοντα Δράκοντα. Ειρήνη μου! Αν είναι δυνατόν να ρωτάς τι καμένο δικαίωμα έχει να σου σχολιάζει τα ρούχα! Για μερικά λεπτά καλά τα πήγες, αλλά είδα το πρόσωπό σου στο τέλος. Που να καεί, ήσουν έτοιμη να τον πιάσεις πάλι από τα μούτρα. Το μόνο χειρότερο που θα μπορούσες να κάνεις θα ήταν να πεις το καμένο το όνομα του Άρχοντα Δράκοντα. Ο Μασέμα λέει ότι είναι βλασφημία. Καλύτερα να ονοματίσεις τον Σκοτεινό».

Ο κότσος στην κορυφή του κεφαλιού του Ράγκαν τινάχτηκε, καθώς αυτός ένευε. «Θυμάσαι την Αρχόντισσα Μπελόμε, Ούνο; Νυνάβε, όταν έφτασαν οι πρώτες φήμες από το Δάκρυ που ονομάτιζαν τον Άρχοντα Δράκοντα, η Μπελόμε είπε κάτι για “εκείνον τον Ραντ αλ’Θόρ” μπροστά στον Μασέμα, και εκείνος ζήτησε τσεκούρι και κούτσουρο χωρίς να κάτσει να το σκεφτεί».

«Έβαλε να αποκεφαλίσουν κάποιον γι’ αυτό;» είπε η Νυνάβε χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά της.

«Όχι», μουρμούρισε ο Ούνο αηδιασμένος. «Αλλά μόνο επειδή αυτή σύρθηκε στα τέσσερα και ικέτευε όταν κατάλαβε πως ο Μασέμα το εννοούσε. Την έσυραν έξω και την κρέμασαν από τους καμένους τους καρπούς της, στο πίσω μέρος της άμαξάς της, και μετά την έδερναν με το λουρί μέχρι να φτάσει στην άλλη άκρη του χωριού που ήμασταν. Οι υπηρέτες της κάθονταν εκεί σαν προβατόσπλαχνοι αγρότες και κοίταζαν».

«Όταν τελείωσε αυτό», πρόσθεσε ο Ράγκαν, «η Αρχόντισσα ευχαρίστησε τον Μασέμα για το έλεος που έδειξε, όπως είχε κάνει και ο Άρχοντας Αλέσιν». Μιλούσε με νόημα, κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου· ήθελε να της μεταδώσει ένα ηθικό δίδαγμα και σκόπευε να την κάνει να το καταλάβει. «Είχαν κάθε λόγο, Νυνάβε. Δεν θα ήταν τα πρώτα κεφάλια που ο Μασέμα είχε στήσει πάνω σε πάσσαλους. Το δικό σου κεφάλι θα μπορούσε να ήταν το πιο πρόσφατο. Και τα δικά μας μαζί, αν κάναμε να σε βοηθήσουμε. Ο Μασέμα δεν δείχνει εύνοια σε κανέναν».

Η Νυνάβε πήρε μια ανάσα. Πώς είχε αποκτήσει τόση εξουσία ο Μασέμα; Κι απ’ ό,τι φαινόταν, η εξουσία του δεν περιοριζόταν στους οπαδούς του. Αλλά, βέβαια, κανείς δεν ισχυριζόταν ότι οι άρχοντες δεν μπορούσαν να είναι εξίσου ανόητοι με τους αγρότες· κατά τη γνώμη της, πολλοί ήταν ακόμα χειρότεροι. Εκείνη η χαζή με τα δαχτυλίδια σίγουρα ήταν αρχόντισσα· οι έμποροι δεν φορούσαν φλογόσταλες. Αλλά η Γκεάλνταν αποκλείεται να μην είχε νόμους και δικαστήρια και δικαστές. Πού ήταν η βασίλισσα ή ο βασιλιάς; Η Νυνάβε δεν θυμόταν τι από τα δύο είχε η Γκεάλνταν. Στους Δύο Ποταμούς δεν ήξεραν από βασιλιάδες, όμως αυτός ήταν ο ρόλος τους, όπως και των αρχόντων, να φροντίζουν για την απονομή της δικαιοσύνης. Όμως δεν την αφορούσαν όσα έκανε εδώ ο Μασέμα. Είχε πιο σημαντικά προβλήματα από το να ανησυχεί για ένα κοπάδι ανίκανους που τους τσαλαπατούσε ένας τρελός.

Πάντως, η περιέργεια την έκανε να πει, «Το εννοούσε αυτό, ότι θα σταματήσει τους άνδρες και τις γυναίκες να κοιτάζονται μεταξύ τους; Τι νομίζει ότι θα συμβεί όταν δεν υπάρχουν γάμοι, παιδιά; Τι θα κάνει μετά, θα σταματήσει τους ανθρώπους από το να καλλιεργούν, να υφαίνουν, να φτιάχνουν παπούτσια, για να μπορούν να σκέφτονται τον Ραντ αλ’Θόρ;» Πρόφερε σκοπίμως το όνομα. Αυτοί οι δύο δίπλα της τον αποκαλούσαν συνεχώς Άρχοντα Δράκοντα, όπως έκανε ο Μασέμα. «Ένα έχω να σας πω. Αν κάνει ότι υπαγορεύει στις γυναίκες τι να φοράνε, τότε να δείτε ταραχές που θα ξεσπάσουν. Εναντίον του». Σίγουρα η Σαμάρα είχε κάτι σαν τον Κύκλο των Γυναικών ― όπως συνέβαινε στα περισσότερα μέρη, ακόμα κι αν το αποκαλούσαν με άλλο όνομα, ακόμα κι όταν δεν ήταν κάτι επίσημο· υπήρχαν πράγματα που οι άνδρες δεν είχαν αρκετή λογική για να τα κάνουν— και σίγουρα μπορούσαν κι επέκριναν τις γυναίκες όταν φορούσαν ανάρμοστα φορέματα, όμως ήταν αλλιώς αυτό να το καθορίζει ένας άνδρας. Οι γυναίκες δεν ανακατεύονταν στις δουλειές των ανδρών —μόνο όταν ήταν ανάγκη, εν πάση περιπτώσει― και οι άνδρες δεν έπρεπε να ανακατεύονται στις δουλειές των γυναικών. «Και περιμένω ότι οι άνδρες θα αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο, αν κάνει ότι κλείνει τα καπηλειά και άλλα τέτοια μέρη. Δεν υπάρχει άνδρας που δεν θα έβαζε τα κλάματα, αν δεν μπορούσε να πίνει κανένα ποτηράκι πού και πού».