Οι δύο άνδρες αντάλλαξαν ματιές με τον ενοχλητικό τρόπο τους και ο Ράγκαν είπε χαμηλόφωνα, «Νυνάβε, δεν καταλαβαίνεις. Η Αλιάντρε είναι η τέταρτη που κάθεται στον Ευλογημένο από το Φως Θρόνο από τότε που ήρθαμε στην Γκεάλνταν, κι έχει περάσει μόλις μισός χρόνος από τότε. Ο Τζοχάνιν φορούσε την κορώνα όταν ο Μασέμα άρχισε να τραβά κάποια πλήθη, όμως του φάνηκε ότι ο Μασέμα ήταν ένας άκακος τρελός και δεν έκανε τίποτα, ακόμα κι όταν τα πλήθη άρχισαν να μεγαλώνουν και οι ευγενείς του του έλεγαν να δώσει τέλος. Ο Τζοχάνιν πέθανε σε κυνηγετικό δυστύχημα―»
«Κυνηγετικό δυστύχημα!» παρενέβη ο Ούνο, με χλευαστικό ύφος. Ένας πλανόδιος έμπορος, ο οποίος έτυχε να τον κοιτάζει εκείνη τη στιγμή, έριξε το δίσκο του που είχε καρφίτσες και βελόνες. «Μπορεί, αν δεν ήξερε από πού σε τρυπά η καμένη η λόγχη. Οι καμένοι οι νότιοι και το καμένο το Παιχνίδι των Οίκων τους».
«Και τον διαδέχθηκε η Ελιζέλε», συνέχισε ο Ράγκαν. «Είχε βάλει το στρατό να διαλύει τα πλήθη, ώσπου κάποια μέρα έγινε μάχη σώμα με σώμα και, αντί να τους διώξει ο στρατός, τον έδιωξαν αυτοί».
«Στρατιώτες για κλάματα, που να καεί», μουρμούρισε ο Ούνο. Η Νυνάβε θα ’πρεπε να του ξαναμιλήσει για τις βλαστήμιες του.
Ο Ράγκαν συμφώνησε νεύοντας, όμως συνέχισε αυτό που είχε αρχίσει να λέει. «Λένε ότι ύστερα απ’ αυτό δηλητηρίασαν την Ελιζέλε, πάντως, όπως και να πέθανε, τη θέση της πήρε η Τερέσια, που άντεξε δέκα ολόκληρες μέρες μετά τη στέψη της, ίσια για να προλάβει να στείλει δύο χιλιάδες στρατιώτες ενάντια σε δέκα χιλιάδες κόσμο που είχαν μαζευτεί για να ακούσουν τον Μασέμα έξω από την Τζεχάνα. Όταν κατατροπώθηκαν οι στρατιώτες της, εγκατέλειψε το θρόνο για να παντρευτεί έναν πλούσιο έμπορο». Η Νυνάβε τον κοίταξε αποσβολωμένη, και ο Ούνο ξεφύσηξε. «Έτσι λένε», επέμεινε ο νεότερος από τους δύο. «Φυσικά, σ’ αυτή τη χώρα, το να παντρευτείς κοινό θνητό σημαίνει ότι εγκαταλείπεις οριστικά κάθε αξίωση για το θρόνο, και, ό,τι κι αν νιώθει ο Μπέρον Γκόρεντ για τη νεαρή και όμορφη σύζυγό του με το βασιλικό αίμα, άκουσα ότι μια ομάδα υπηρέτες της Αλιάντρε τον είχαν βγάλει από το κρεβάτι του και τον είχαν σύρει στο Παλάτι Τζέντα για ένα γάμο μέσα στα άγρια χαράματα. Η Τερέσια πήγε να ζήσει στα καινούρια κτήματα του συζύγου της στην εξοχή, ενώ την ίδια στιγμή ενθρονιζόταν η Αλιάντρε, όλα αυτά πριν από την ανατολή, και η καινούρια βασίλισσα κάλεσε τον Μασέμα στο Παλάτι για να του πει ότι δεν θα τον ενοχλούσαν πια. Μέσα σε δύο βδομάδες πήγαινε αυτή να τον δει. Δεν ξέρω αν η βασίλισσα πιστεύει στ’ αλήθεια όσα κηρύττει ο Μασέμα, ξέρω όμως ότι ανέβηκε στο θρόνο μιας χώρας στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου, με τους Λευκομανδίτες έτοιμους να μπουν κι αυτοί στη μέση, και τον σταμάτησε με τον μόνο τρόπο που μπορούσε. Είναι μια σοφή βασίλισσα, και θα ’ταν περήφανος κανείς να την υπηρετήσει, έστω κι αν είναι νότια».
Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα, αλλά ξέχασε τι ετοιμαζόταν να πει, όταν ο Ούνο είπε με ανέμελο τόνο, «Ένας καμένος Λευκομανδίτης μας παρακολουθεί. Μην γυρίσεις να κοιτάξεις, γυναίκα. Δεν είσαι ανόητη».
Η Νυνάβε ένιωσε το σβέρκο της να μουδιάζει από την προσπάθειά της να κρατήσει το βλέμμα της μπροστά· ένιωσε μια ανατριχίλα στην πλάτη της. «Στην άλλη γωνία στρίψε, Ούνο».
«Έτσι θα απομακρυνθούμε από τους κεντρικούς δρόμους και τις καμένες τις πύλες. Μπορούμε να του ξεφύγουμε μέσα στο πλήθος».
«Στρίψε!» Ανάσανε αργά, συνέχισε με φωνή που δεν ήταν τόσο στριγκή. «Θέλω να του ρίξω μια ματιά».
Ο Ούνο την κοίταξε τόσο άγρια, που ο κόσμος άνοιξε δρόμο δέκα βήματα μπροστά τους, όμως οι τρεις τους έστριψαν στο επόμενο στενάκι. Η Νυνάβε γύρισε λιγάκι το κεφάλι, καθώς έστριβαν, ίσα για να τον κλεφτοκοιτάξει με την άκρη του ματιού της, προτού την εμποδίσει η γωνία ενός μικρού καπηλειού φτιαγμένου από πέτρα. Ο χιονόλευκος μανδύας με τον ακτινωτό ήλιο ξεχώριζε μέσα στο αραιό πλήθος. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην αναγνωρίσει εκείνο το πανέμορφο πρόσωπο, το πρόσωπο που ήταν σίγουρη ότι θα έβλεπε. Κανείς άλλος Λευκομανδίτης εκτός από τον Γκάλαντ δεν είχε λόγο να την ακολουθεί, και κανένας δεν είχε λόγο να ακολουθήσει τον Ούνο ή τον Ράγκαν.
40
Ο Τροχός Υφαίνει
Μόλις το κτήριο έκρυψε τον Γκάλαντ, το βλέμμα της Νυνάβε τινάχτηκε στο δρόμο μπροστά τους. Μέσα της ανέβλυσε οργή, τόσο εναντίον της ίδιας όσο κι εναντίον του Γκαλάντεντριντ Ντέημοντρεντ. Άμυαλη, ανόητη! Ήταν ένα στενό δρομάκι σαν τα υπόλοιπα, στρωμένο με στρογγυλεμένες πέτρες, όλο γκρίζα μαγαζάκια και σπίτια και καπηλειά, όπου πηγαινοερχόταν το αραιό απογευματινό πλήθος. Αν δεν είχες έρθει στην πόλη, δεν θα σε έβρισκε! Τόσο αραιό που δεν μπορούσε να κρύψει τίποτα. Ήταν ανάγκη να πας να δεις τον Προφήτη! Πίστευες ότι ο Προφήτης θα σε έπαιρνε από δω προτού φτάσει η Μογκέντιεν! Πότε θα μάθεις ότι δεν μπορείς να βασίζεσαι σε κανέναν εκτός από τον εαυτό σου; Μέσα σε μια στιγμή, πήρε την απόφασή της. Όταν ο Γκάλαντ έστριβε τη γωνία και δεν τους έβλεπε, θα άρχιζε να ψάχνει τα μαγαζιά, ίσως και τα καπηλειά.