Выбрать главу

«Από δω». Μάζεψε τα φουστάνια της, χίμηξε στο κοντινότερο στενοσόκακο και κόλλησε με τη ράχη στον τοίχο. Κανένας δεν της έριξε δεύτερη ματιά, παρ’ όλο που φαινόταν καθαρά ότι φερόταν τόσο ύποπτα, και η Νυνάβε δεν θέλησε να σκεφτεί τι έλεγε αυτό για την κατάσταση στη Σαμάρα. Ο Ούνο και ο Ράγκαν βρέθηκαν πλάι της προτού βολευτεί, και την έσπρωξαν λίγο παρακάτω στο χωμάτινο σοκάκι, πέρα από έναν παλιό διαλυμένο κουβά κι ένα βαρέλι για τα νερά της βροχής, που είχε ξεραθεί και ήταν έτοιμος να καταρρεύσει μέσα στα στεφάνια του. Τουλάχιστον, οι δυο άνδρες έκαναν αυτό που η Νυνάβε ήθελε. Κατά κάποιον τρόπο. Με τα χέρια όλο ένταση στις μακριές λαβές των σπαθιών, που υψώνονταν πάνω από τους ώμους της, ήταν έτοιμοι να την προστατεύσουν, είτε αυτή το επιθυμούσε είτε όχι. Άσε τους να το κάνουν, ανόητη! Νομίζεις ότι μπορείς να προστατευθείς μόνη σου;

Το σίγουρο ήταν ότι την είχε κυριεύσει ο θυμός. Ο Γκάλαντ, αν ήταν δυνατόν! Κακώς είχε φύγει από το θηριοτροφείο. Ήταν ένα χαζό καπρίτσιο, που ίσως κατέστρεφε τα πάντα. Δεν μπορούσε να διαβιβάσει εδώ, όπως και δεν μπορούσε νωρίτερα να διαβιβάσει κατά του Μασέμα. Η πιθανότητα να βρισκόταν στη Σαμάρα η Μογκέντιεν ή οι Μαύρες αδελφές σήμαινε ότι η Νυνάβε εξαρτιόταν από τους δύο άνδρες για την ασφάλειά της. Κόρωνε από το θυμότης ερχόταν να ανοίξει μια τρύπα στον πέτρινο τοίχο πίσω της. Ήξερε γιατί οι Άες Σεντάι είχαν Προμάχους —όλες εκτός από τις Κόκκινες. Με το μυαλό, το ήξερε. Με την καρδιά, της ερχόταν να μουγκρίσει.

Εμφανίστηκε ο Γκάλαντ, προχωρώντας αργά ανάμεσα στους ανθρώπους που ήταν στο δρόμο, ερευνώντας με το βλέμμα. Είχε κάθε λόγο να συνεχίσει και να προσπεράσει —έπρεπε― όμως σχεδόν αμέσως το βλέμμα του έπεσε στο σοκάκι. Πάνω τους. Δεν είχε καν την αξιοπρέπεια να δείξει ευχαριστημένος ή έκπληκτος.

Ο Ούνο και ο Ράγκαν προχώρησαν μαζί, καθώς ο Γκάλαντ έστριβε προς το δρομάκι. Ο μονόφθαλμος είχε ξεθηκαρώσει αμέσως το σπαθί του και ο Ράγκαν ήταν σχεδόν εξίσου ταχύς, παρ’ όλο που έκανε μια παύση για να σπρώξει τη Νυνάβε πιο βαθιά στο στενό πέρασμα. Πήραν θέση ο ένας πίσω από τον άλλο· αν ο Γκάλαντ περνούσε από τον Ούνο, θα έπρεπε να τα βάλει και με τον Ράγκαν.

Η Νυνάβε έτριξε τα δόντια της. Όλα εκείνα τα σπαθιά θα μπορούσαν να γίνουν περιττά, άχρηστα· ένιωθε την Αληθινή Πηγή, σαν αθέατο φως πάνω από τον ώμο της, να περιμένει το αγκάλιασμά της. Μπορούσε να το κάνει. Αν τολμούσε.

Ο Γκάλαντ στάθηκε στο άνοιγμα του σοκακιού, με το μανδύα ριγμένο στην πλάτη, ακουμπώντας απαθώς το χέρι στη λαβή του ξίφους, η εικόνα της χάρης αυτοπροσώπως, έτοιμη να ξεσπάσει. Αν δεν φορούσε το στιλβωμένο θώρακά του, θα ’λεγε κανείς πως βρισκόταν σε επίσημο χορό.

«Δεν θέλω να σας σκοτώσω, Σιναρανέ», είπε γαλήνια στον Ούνο. Η Νυνάβε είχε ακούσει την Ηλαίην και τον Γκάγουυν να μιλάνε για τη δεξιοτεχνία του Γκάλαντ στο σπαθί, αλλά για πρώτη φορά συνειδητοποιούσε ότι μπορεί να ήταν τόσο καλός όσο έλεγαν. Ο Γκάλαντ πάντως πίστευε ότι όντως ήταν τόσο καλός. Είχε μπροστά δύο ψημένους στρατιώτες, με τις λεπίδες τραβηγμένες, κι αυτός τους κοίταζε όπως ένα λυκόσκυλο θα κοίταζε δυο μικρότερα σκυλάκια, χωρίς να αποζητά καυγά, αλλά βέβαιος ότι μπορούσε να τους νικήσει και τους δύο. Χωρίς να τραβήξει το βλέμμα από τους δύο άνδρες, απευθύνθηκε στη Νυνάβε. «Αν ήταν άλλος, θα έμπαινε σε κάποιο μαγαζί ή σε πανδοχείο, αλλά εσύ ποτέ δεν κάνεις αυτό που περιμένουν από σένα. Θα μου επιτρέψεις να σου μιλήσω; Μην με βάλεις να σκοτώσω άδικα αυτούς τους δύο».

Οι περαστικοί δεν κοντοστέκονταν, αλλά, παρά τους τρεις άνδρες που της εμπόδιζαν το βλέμμα, η Νυνάβε έβλεπε κεφάλια που γυρνούσαν να κοιτάξουν τι είχε προσελκύσει τον Λευκομανδίτη. Κι έβλεπαν τα σπαθιά. Θα γεννιόταν πλήθος φήμες στο μυαλό τους και θα πετούσαν με φτερά πιο γοργά κι από σουρουποχελίδονου.

«Αφήστε τον να περάσει», τους πρόσταξε. Ο Ούνο και ο Ράγκαν δεν σάλεψαν, κι αυτή το επανέλαβε, με ακόμα πιο αποφασιστική φωνή. Τότε παραμέρισαν, αργά, όσο μπορούσαν στο στενάκι, αλλά, παρ’ όλο που κανείς τους δεν είπε λέξη, φαίνονταν να γκρινιάζουν. Ο Γκάλαντ προχώρησε με γαλήνιες κινήσεις, μοιάζοντας να έχει ξεχάσει τους Σιναρανούς. Η Νυνάβε υποψιάστηκε ότι θα ήταν λάθος, αν το πίστευε κανείς· οι δύο άλλοι ολοφάνερα δεν το είχαν πιστέψει.

Με εξαίρεση τους Αποδιωγμένους, δεν υπήρχε άλλος που η Νυνάβε θα ήθελε να τον αποφύγει περισσότερο αυτή τη στιγμή, όμως τώρα που είχε αυτό το πρόσωπο μπροστά της, είχε έντονη την αίσθηση της ανάσας της, της καρδιάς της που χτυπούσε. Ήταν εξωφρενικό. Δεν μπορούσε να ήταν άσχημος; Ή τουλάχιστον να ήταν συνηθισμένος.