Выбрать главу

«Ήξερες πως ήξερα ότι μας παρακολουθείς». Η φωνή της είχε έναν τόνο κατηγορίας, αν και δεν ήξερε γιατί ακριβώς τον κατηγορούσε. Τον κατηγορώ που δεν έκανε αυτό που περιμένω και που θέλω απ’ αυτόν, σκέφτηκε πικρόχολα.

«Το υπέθεσα μόλις σε αναγνώρισα, Νυνάβε. Θυμάμαι ότι συνήθως ξέρεις περισσότερα απ’ όσα λες».

Δεν θα του επέτρεπε να της αποσπάσει την προσοχή με κομπλιμέντα. Να πού είχε καταντήσει ακούγοντας τον Βάλαν Λούκα. «Τι γυρεύεις στην Γκεάλνταν; Νόμιζα ότι πήγαινες στην Αλτάρα».

Για μια στιγμή, εκείνος έμεινε να την κοιτάζει με τα μαύρα, πανέμορφα μάτια του, και μετά γέλασε ξαφνικά. «Σ’ όλον τον κόσμο, Νυνάβε, μόνο εσύ θα μου έκανες την ερώτηση που πρέπει να σου κάνω εγώ. Πολύ καλά. Θα σου απαντήσω, παρ’ όλο που θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Είχα διαταγές για να πάω στο Σαλιντάρ, στην Αλτάρα, όμως οι διαταγές άλλαξαν όταν αυτός ο Προφήτης... Τι συμβαίνει; Είσαι άρρωστη;»

Η Νυνάβε προσπάθησε να μαλακώσει την έκφραση της. «Και βέβαια όχι», είπε ενοχλημένη. «Η υγεία μου είναι μια χαρά, ευχαριστώ για το ενδιαφέρον». Το Σαλιντάρ! Φυσικά! Το όνομα ήταν σαν να άναβε στο κεφάλι της ένα φλογόραβδο της Αλούντρα. Τόσον καιρό έστυβε το μυαλό της, και ο Γκάλαντ της είχε προσφέρει αδιάφορα αυτό που η ίδια πάλευε και δεν έβρισκε. Μακάρι τώρα να της έβρισκε γρήγορα ένα πλοίο ο Μασέμα. Μακάρι να μπορούσε η Νυνάβε να εξασφαλίσει ότι ο Γκάλαντ δεν θα τους πρόδιδε. Χωρίς φυσικά να επιτρέψει στον Ούνο και στον Ράγκαν να τον σκοτώσουν. Ό,τι κι αν έλεγε η Ηλαίην, η Νυνάβε δεν πίστευε ότι θα της άρεσε να δει τον αδελφό της σφαγμένο. Κι ο Γκάλαντ αποκλείεται να πίστευε ότι η Ηλαίην δεν ήταν μαζί της. «Δεν μπορώ να συνέλθω από την έκπληξη που σε είδα».

«Δεν συγκρίνεται με την έκπληξη που δοκίμασα όταν έμαθα ότι είχες ξεγλιστρήσει από τη Σιέντα». Ήταν ατυχές το πόσο καλά ταίριαζε το αυστηρό ύφος σε κείνο το όμορφο πρόσωπο, ο τόνος του όμως το αντιστάθμιζε. Ως ένα βαθμό. Έμοιαζε να μαλώνει κοριτσάκι που είχε βγει κρυφά από το σπίτι για να σκαρφαλώσει στα δένδρα τη στιγμή που κανονικά έπρεπε να κοιμάται. «Σχεδόν αρρώστησα από αγωνία. Τι στο Φως έπαθες; Έχεις ιδέα για τον κίνδυνο που διατρέξατε; Και, απ’ όλα τα μέρη, διαλέξατε να έρθετε εδώ. Η Ηλαίην πάντα προσπαθεί να σελώσει άλογο την ώρα που αυτό καλπάζει, αλλά νόμιζα ότι εσύ τουλάχιστον ήσουν πιο φρόνιμη. Αυτός ο περιβόητος Προφήτης―» Σταμάτησε, βλέποντας τους δύο άλλους άνδρες. Ο Ούνο στήριζε το σπαθί στο έδαφος, με τα γεμάτα ουλές χέρια του σταυρωμένα στο σφαίρωμα. Ο Ράγκαν έμοιαζε να έχει σβήσει τα πάντα από το νου του και να εξετάζει την κόψη της λεπίδας.

«Άκουσα φήμες», συνέχισε αργά ο Γκάλαντ, «ότι είναι Σιναρανός. Αποκλείεται να είσαι τόσο άμυαλη, ώστε να έμπλεξες μαζί του». Ο τόνος του έδειχνε μάλλον απορία, κάτι που δεν της άρεσε καθόλου.

«Κανένας απ’ αυτούς δεν είναι ο Προφήτης, Γκάλαντ», είπε με μια ειρωνική έκφραση. «Τους ξέρω κάποιον καιρό, και μπορώ να σε διαβεβαιώσω γι’ αυτό. Ούνο, Ράγκαν, αν δεν θέλετε να κλαδέψετε τα νύχια των ποδιών σας, βάλτε τα σπαθιά στη θήκη. Εντάξει;» Δίστασαν προτού υπακούσουν αυτό που τους είχε πει, με τον Ούνο να γκρινιάζει μέσα από τα δόντια του και να την κοιτάζει βλοσυρά, αλλά τελικά το έκαναν. Οι άνδρες συνήθως ανταποκρίνονταν, όταν τους μιλούσες με σταθερή φωνή. Οι περισσότεροι. Κάποιες φορές, τουλάχιστον.

«Δεν μου πέρασε σχεδόν καθόλου από το νου αυτό, Νυνάβε». Εκείνη άναψε και κόρωσε με τον τόνο του, που ήταν πιο σαρκαστικός από το δικό της, όμως, όταν ο Γκάλαντ συνέχισε να μιλάει, έδειχνε περισσότερο ενόχληση παρά ανωτερότητα. Και ανησυχία επίσης. Κάτι που φυσικά την έκανε να ανάψει ακόμα περισσότερο. Παραλίγο θα πάθαινε κόλπο εξαιτίας του, αλλά αυτός είχε το θράσος να ανησυχεί. «Δεν ξέρω σε τι έχετε μπλέξει εσύ και η Ηλαίην εδώ, και δεν με νοιάζει, αρκεί να μπορέσω να σας απομακρύνω προτού πάθετε κακό. Το εμπόριο στον ποταμό έχει μειωθεί, αλλά τις επόμενες μέρες θα πρέπει να φτάσει κάποιο κατάλληλο πλοίο. Πες μου πού μπορώ να σας βρω, και θα σας εξασφαλίσω θέση για κάποιο μέρος στην Αλτάρα. Από κει, θα μπορέσετε να πάτε στο Κάεμλυν».

Εκείνη, άθελά της, τον κοίταξε χάσκοντας. «Εννοείς ότι θα μας βρεις πλοίο;»

«Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω, προς το παρόν». Το είχε πει απολογητικά και κούνησε το κεφάλι του σαν να διαφωνούσε με τον εαυτό του. «Δεν μπορώ να σας συνοδεύσω σε ασφαλές μέρος· το καθήκον μου είναι εδώ».

«Δεν θα θέλαμε να σε αποσπάσουμε από τα καθήκοντα σου», είπε αυτή, κάπως ξέπνοα. Αν ο Γκάλαντ ήθελε να την παρεξηγήσει, δεν πείραζε καθόλου. Η Νυνάβε πριν έλπιζε ότι στην καλύτερη περίπτωση θα τις άφηνε ήσυχες.