Выбрать главу

Ο Γκάλαντ ένιωσε την ανάγκη να υπερασπιστεί τον εαυτό του. «Δεν είναι ασφαλές να σας στείλω μόνες σας, αλλά το πλοίο θα σας πάρει από δω προτού τα σύνορα τυλιχτούν στις φλόγες. Κάτι που θα συμβεί, και δεν θ’ αργήσει· αρκεί μια σπίθα, και ο Προφήτης σίγουρα θα την προσφέρει, αν δεν βρεθεί άλλος. Πρέπει να κανονίσετε πώς θα πάτε στο Κάεμλυν εσύ και η Ηλαίην. Το μόνο που ζητώ είναι η υπόσχεσή σας ότι θα πάτε εκεί. Ο Πύργος δεν είναι μέρος για σας τις δύο. Ούτε για―» Έσφιξε απότομα τα δόντια, αλλά ήταν σαν να ’χε συνεχίσει λέγοντας το όνομα της Εγκουέν.

Δεν θα ήταν καθόλου άσχημο, αν έψαχνε και ο Γκάλαντ για πλοίο. Αφού ο Μασέμα μπορούσε να ξεχάσει τα καπηλειά που ήθελε να κλείσει, ίσως επίσης ξεχνούσε να βάλει κάποιον να βρει ποταμόπλοιο. Ειδικά αν του περνούσε από το μυαλό ότι μια βολική αφηρημάδα θα κρατούσε τη Νυνάβε εδώ, για να προωθήσει έτσι τα σχέδιά του. Δεν θα ήταν καθόλου άσχημο ― αν μπορούσε να εμπιστευτεί τον Γκάλαντ. Αν όχι, τότε μακάρι να μην ήταν τόσο καλός με το σπαθί όσο νόμιζε ο ίδιος. Ασχημη σκέψη, όχι όμως τόσο άσχημη όσο αυτό που ίσως συνέβαινε —που σίγουρα θα συνέβαινε— αν αποδεικνυόταν αναξιόπιστος.

«Είμαι αυτό που είμαι, Γκάλαντ, και η Ηλαίην είναι το ίδιο». Η προσπάθεια να ξεγελάσει τον Μασέμα της είχε αφήσει μια άσχημη γεύση στο στόμα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει τώρα, ήταν να μιλήσει με υπεκφυγές, όπως συνήθιζαν στον Λευκό Πύργο. «Κι εσύ τώρα είσαι αυτό που είσαι». Σήκωσε με νόημα τα φρύδια της, καθώς έριχνε ένα βλέμμα στον λευκό μανδύα του. «Τούτοι εδώ μισούν τον Πύργο και μισούν τις γυναίκες που μπορούν να διαβιβάζουν. Αφού πλέον είσαι ένας απ’ αυτούς, γιατί να μην πιστέψω ότι σε μια ώρα από τώρα θα με κυνηγάνε πενήντα, προσπαθώντας να μου καρφώσουν ένα βέλος στην πλάτη, αν δεν καταφέρουν να με ρίξουν σε κάποιο κελί; Εμένα, και την Ηλαίην επίσης».

Το κεφάλι του Γκάλαντ τινάχτηκε από τον εκνευρισμό. Ή ίσως να είχε προσβληθεί. «Πόσες φορές πρέπει να σου το πω; Δεν θα άφηνα την αδελφή μου να πάθει κακό. Ούτε και σένα».

Εκείνη ένιωσε ενόχληση, μόλις συνειδητοποίησε ότι την είχε πειράξει η παύση του, που φανέρωνε ότι δεν ερχόταν πρώτη στις σκέψεις του. Δεν ήταν κανένα χαζοκόριτσο να ξεμυαλίζεται, επειδή κάποιος άνδρας είχε μάτια που της άναβαν φωτιές. «Αφού το λες εσύ», του είπε, κι αυτός τίναξε πάλι το κεφάλι του.

«Πες μου πού μένετε, και θα σας φέρω τα νέα ή θα στείλω μήνυμα, μόλις βρω κατάλληλο σκάφος».

Αν η Ηλαίην είχε δίκιο, ο Γκάλαντ δεν μπορούσε να πει ψέματα, όπως ακριβώς δεν μπορούσαν να πουν ψέματα οι Άες Σεντάι που είχαν δώσει τους Τρεις Όρκους, αλλά και πάλι η Νυνάβε δίστασε. Αν έκανε ένα λάθος εδώ, θα ήταν το τελευταίο της. Είχε δικαίωμα να διακινδυνεύει μόνη της, όχι όμως, αν ο κίνδυνος αφορούσε και την Ηλαίην, Και τον Θομ και τον Τζούιλιν, βεβαίως· ό,τι κι αν νόμιζαν, ήταν υπεύθυνη γι’ αυτούς. Αλλά εδώ, τώρα, η απόφαση έπρεπε να είναι δική της. Όχι βεβαίως ότι μπορούσε να είναι αλλιώς.

«Μα το Φως, τι άλλο θέλεις από μένα;» μούγκρισε ο Γκάλαντ, μισοσηκώνοντας τα χέρια, σαν να ήθελε να την αρπάξει από τους ώμους. Η λεπίδα του Ούνο βρέθηκε ανάμεσά τους με μια αστραπή του λαμπερού ατσαλιού, όμως ο αδελφός της Ηλαίην την παραμέρισε σαν να ήταν κλαδί, και δεν της έδωσε σημασία. «Δεν θέλω το κακό σου, ούτε τώρα ούτε ποτέ· το ορκίζομαι στο όνομα της μητέρας μου. Λες ότι είσαι αυτό που είσαι; Ξέρω τι είσαι. Και τι δεν είσαι. Ίσως ένας μεγάλος λόγος που το φορώ αυτό», είπε, αγγίζοντας την άκρη του χιονόλευκου μανδύα του, «είναι επειδή ο Πύργος σάς έστειλε κάπου —εσένα και την Ηλαίην και την Εγκουέν― και μόνο το Φως ξέρει για ποιο λόγο, τη στιγμή που είστε αυτό που είστε. Ήταν σαν να στέλνεις στη μάχη ένα αγοράκι που μόλις έμαθε να κρατά σπαθί, και δεν θα τις συγχωρήσω ποτέ γι’ αυτό. Υπάρχει ακόμα χρόνος να αλλάξετε πορεία εσείς οι δύο· δεν είστε υποχρεωμένες να κρατήσετε αυτό το σπαθί. Ο Πύργος είναι πολύ επικίνδυνος για σένα και την αδελφή μου, ειδικά τώρα. Ο μισός κόσμος έχει γίνει πολύ επικίνδυνος για σας! Αφήστε με να σας βοηθήσω να πάτε κάπου που θα είστε ασφαλείς». Η ένταση χάθηκε από τη φωνή του, αν και τώρα έγινε πιο τραχιά. «Σε ικετεύω, Νυνάβε. Αν πάθαινε κάτι η Ηλαίην... Σχεδόν εύχομαι να ήταν κι η Εγκουέν μαζί σας, για να μπορέσω να...» Πέρασε το χέρι από τα μαλλιά του, κοίταξε δεξιά κι αριστερά, ψάχνοντας τρόπο να την πείσει. Ο Ούνο και ο Ράγκαν είχαν τις λεπίδες έτοιμες να τρυπήσουν το κορμί του, όμως αυτός δεν φαινόταν να τις βλέπει. «Για τ’ όνομα του Φωτός, Νυνάβε, σε παρακαλώ, άφησέ με να κάνω ό,τι μπορώ».

Ήταν κάτι απλό τελικά που έκανε να γείρει η πλάστιγγα στο μυαλό της. Βρίσκονταν στην Γκεάλνταν. Η Αμαδισία ήταν η μόνη χώρα όπου δια νόμου απαγορευόταν σε μια γυναίκα να διαβιβάσει, και η Νυνάβε και η Ηλαίην βρίσκονταν στην απέναντι όχθη του ποταμού. Άρα έμεναν μόνο οι όρκοι του Γκάλαντ ως Τέκνου του Φωτός για να αντιπαλέψουν το καθήκον του προς την Ηλαίην. Σ’ αυτόν τον αγώνα, κατά τη γνώμη της, ο συγγενικός δεσμός είχε το προβάδισμα. Κι εν πάση περιπτώσει, ο Γκάλαντ ήταν χάρμα οφθαλμών και η Νυνάβε δεν ήθελε να αφήσει τον Ούνο και τον Ράγκαν να τον σκοτώσουν. Όχι ότι αυτό είχε να κάνει με την απόφαση της, φυσικά.