«Σκοπεύετε να βοηθήσετε την Ηλαίην κι εμένα να βρούμε τον Ραντ;»
«Δεν έχουμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε», είπε ξερά ο Ράγκαν. «Όπως πάνε τα πράγματα, δεν θα ξαναδούμε το Σίναρ, παρά μόνο όταν θα ’μαστέ γκριζομάλληδες και ξεδοντιάρηδες. Δεν αλλάζει τίποτα, αν έρθουμε μαζί σου στο Δάκρυ ή όπου αλλού βρίσκεται εκείνος».
Δεν το είχε σκεφτεί, αλλά ήταν λογικό. Θα υπήρχαν άλλοι δύο να βοηθούν τον Θομ και τον Τζούιλιν στις αγγαρείες και στις σκοπιές. Δεν υπήρχε λόγος να τους πει πόσο καιρό θα έπαιρνε για να φτάσουν, πόσες στάσεις και λοξοδρομίσματα θα έκαναν. Οι Γαλάζιες στο Σαλιντάρ μπορεί να μην άφηναν κανέναν από την ομάδα να πάει παραπέρα. Όταν έφταναν στις Άες Σεντάι, η Νυνάβε και η Ηλαίην θα ξαναγίνονταν Αποδεχθείσες. Σταμάτα να το σκέφτεσαι! Θα το κάνεις!
Το πλήθος που περίμενε μπροστά στην ταμπέλα του Λούκα δεν έμοιαζε μικρότερο από πριν. Ένα ποτάμι ανθρώπων κυλούσε στο λιβάδι κι ενωνόταν με τη θάλασσα, καθώς ένα άλλο έβγαινε έξω αναφωνώντας για όσα είχαν δει. Πού και πού φαίνονταν τα «χοιράλογα» να σηκώνονται πίσω από το μουσαμαδένιο τοίχο, κάνοντας να ξεσπούν σε ου και ααα εκείνοι που περίμεναν τη σειρά τους να μπουν. Η Σεράντιν τα είχε βάλει πάλι να κάνουν το νούμερό τους. Η Σωντσάν πάντα φρόντιζε να αναπαύονται καλά τα σ’ρέντιτ. Σ’ αυτό ήταν ανένδοτη, παρά τις επιθυμίες του Λούκα. Οι άνδρες έκαναν όντως αυτό που τους έλεγες, όταν δεν τους άφηνες την παραμικρή αμφιβολία πως οτιδήποτε άλλο ήταν αδιανόητο. Συνήθως.
Λίγο πριν από το τσαλαπατημένο, ξερό γρασίδι, η Νυνάβε σταμάτησε και γύρισε για να αντικρίσει τους δύο Σιναρανούς. Πήρε γαλήνια έκφραση, όμως αυτό φάνηκε να τους κάνει επιφυλακτικούς, και δυστυχώς στην περίπτωση του Ούνο εκδηλωνόταν με το να παίζει με την καλύπτρα του, με τρόπο που έκανε τη Νυνάβε να νιώθει αναγούλα. Οι άνθρωποι που πήγαιναν ή γυρνούσαν από την παράσταση δεν τους έδιναν καμία σημασία.
«Τότε δεν θα το κάνετε ούτε για τον Μασέμα, ούτε για τον Γκάλαντ», είπε με σταθερή φωνή. «Αν είναι να ταξιδέψετε μαζί μου, θα κάνετε ό,τι λέω εγώ, αλλιώς σηκωθείτε και φύγετε, γιατί τότε δεν σας θέλω μαζί μου».
Φυσικά, έπρεπε να κοιταχτούν μεταξύ τους, προτού νεύσουν πως συμφωνούσαν. «Αν πρέπει να γίνει έτσι, που να καεί», μούγκρισε ο Ούνο, «τότε εντάξει. Αν δεν έχεις κάποιον να σε προσέχει, δεν θα ζήσεις αρκετά για να βρεις τον Άρχοντα Δράκοντα. Που να καεί, θα βρεθεί κάποιος προβατόσπλαχνος αγρότης να σε κάνει τ’ αλατιού, με τη γλώσσα που έχεις». Ο Ράγκαν του έριξε ένα μουδιασμένο βλέμμα, που έλεγε ότι συμφωνούσε μ’ όλα αυτά, αλλά αμφέβαλε αν ήταν συνετό εκ μέρους του Ούνο να τα εκφράσει. Απ’ ό,τι φαινόταν, ο Ράγκαν είχε τα φόντα για να γίνει σοφός κάποτε.
Αφού δέχονταν τους όρους της, δεν είχε σημασία ο λόγος που τους δέχονταν. Προς το παρόν. Αργότερα θα είχε το χρόνο να τους το ξεκαθαρίσει.
«Είμαι σίγουρος ότι θα συμφωνήσουν και οι άλλοι», είπε ο Ράγκαν.
«Άλλοι;» είπε αυτή, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. «Εννοείς ότι δεν είστε μονάχα εσείς οι δύο; Πόσοι είστε;»
«Τώρα είμαστε μονάχα δεκαπέντε. Ο Μπάρτου και ο Νένγκαρ δεν νομίζω να έρθουν».
«Πάνε με τα νερά του καμένου του Προφήτη». Ο Ούνο γύρισε το κεφάλι και έφτυσε με δύναμη. «Μονάχα δεκαπέντε. Ο Σαρ έπεσε από το γκρεμό στα βουνά, και ο Μεντάο πήγε κι έμπλεξε σε μια καμένη μονομαχία με τρεις Κυνηγούς του Κέρατος, και...»
Η Νυνάβε πάσχιζε να μην ανοίξει το στόμα της από την έκπληξη, και δεν άκουγε. Δεκαπέντε! Άθελά της, άρχισε να υπολογίζει στο νου της πόσο θα κόστιζε να ταΐζουν δεκαπέντε άνδρες. Ακόμα κι όταν δεν πεινούσαν πολύ, ο Θομ και ο Τζούιλιν έτρωγαν ο καθένας μόνος του περισσότερο από τις δυο τους. Μα το Φως!
Από την άλλη μεριά, με δεκαπέντε Σιναρανούς στρατιώτες, δεν υπήρχε λόγος να περιμένουν πλοίο. Το ποταμόπλοιο ήταν σίγουρα ο ταχύτερος τρόπος να ταξιδέψεις —τώρα θυμόταν πού είχε ακούσει για το Σαλιντάρ· ήταν παραποτάμια πόλη ή κοντά σε ποτάμι· ένα πλοίο θα τους πήγαινε κατευθείαν εκεί― αλλά με συνοδεία Σιναρανών, η άμαξα θα ήταν εξίσου προστατευμένη, είτε από Λευκομανδίτες είτε από ληστές είτε από οπαδούς του Προφήτη. Αλλά πολύ πιο αργή. Πέραν τούτου, μια μοναχική άμαξα που θα έφευγε από τη Σαμάρα με τέτοια συνοδεία, σίγουρα θα ξεχώριζε. Θα ήταν σαν ταμπέλα για τη Μογκέντιεν ή για το Μαύρο Άτζα. Θα αφήσω τις Γαλάζιες να ασχοληθούν μ’ αυτό, τελεία και παύλα!
«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε ο Ράγκαν, και ο Ούνο πρόσθεσε απολογητικά, «Κακώς ανέφερα πώς πέθανε ο Σακάρου». Σακάρου; Πρέπει να είχε μιλήσει γι’ αυτόν όταν αυτή είχε σταματήσει να τον ακούει. «Δεν περνώ πολύ καιρό, που να κα― κοντά σε κυρίες. Ξέχασα ότι εσείς έχετε αδύνατο στομ― ε, θέλω να πω, είστε λεπτεπίλεπτες». Αν δεν σταματούσε να τραβά εκείνη την καλύπτρα, θα του έδειχνε πόσο λεπτεπίλεπτη ήταν.