Выбрать главу

Ο αριθμός τους δεν άλλαζε τίποτα. Αν ήταν καλό να έχει μαζί δύο Σιναρανούς, ήταν θαυμάσιο να έχει δεκαπέντε. Τον προσωπικό της στρατό. Δεν θα χρειαζόταν πια να σκάει για Λευκομανδίτες ή ληστές ή ταραχές ή μήπως είχε κάνει λάθος για τον Γκάλαντ. Πόσα χοιρομέρια έτρωγαν τη μέρα δεκαπέντε άνδρες; Σταθερή φωνή. «Ωραία λοιπόν. Κάθε βράδυ, μόλις σκοτεινιάσει, ένας από σας —ένας, προσέχτε τι σας λέω!― θα έρχεται εδώ και θα ζητά τη Νάνα. Μ’ αυτό το όνομα με ξέρουν». Δεν είχε λόγο γι’ αυτή τη διαταγή, παρά μόνο για να συνηθίσουν να κάνουν αυτά που θα τους έλεγε. «Η Ηλαίην έχει το όνομα Μορέλιν, αλλά εσείς θα ζητάτε τη Νάνα. Αν χρειαστείτε νομίσματα, ελάτε σε μένα, μην πάτε στον Μασέμα». Έπνιξε ένα μορφασμό, καθώς τα λόγια έβγαιναν από το στόμα της. Υπήρχε ακόμα χρυσάφι στην εστία της άμαξας, αλλά ο Λούκα δεν είχε απαιτήσει ακόμα τις εκατό χρυσές κορώνες, και θα τις ζητούσε. Υπήρχαν όμως και τα κοσμήματα, για ώρα ανάγκης. Έπρεπε να φροντίσει να ξεκόψουν από τον Μασέμα. «Κατά τα άλλα, κανείς σας δεν θα με πλησιάσει ούτε θα έρθει στην παράσταση». Αν δεν τους το είχε πει αυτό, μάλλον θα έβαζαν φρουρό ή θα έκαναν καμιά ανάλογη ανοησία. «Εκτός αν φτάσει ποταμόπλοιο. Σ’ αυτή την περίπτωση, ελάτε τρέχοντας την ίδια στιγμή. Με καταλαβαίνετε;»

«Όχι», μουρμούρισε ο Ούνο. «Γιατί, που να καεί, πρέπει να είμαστε μακριά σου-;» Το κεφάλι του τινάχτηκε, όταν το απειλητικό δάχτυλο της παραλίγο θα άγγιζε τη μύτη του.

«Ξέχασες τι σου είπα για τη γλώσσα σου;» Πίεσε τον εαυτό της να τον κοιτάξει ήρεμα· η καλύπτρα με το αγριωπό κόκκινο μάτι της έφερνε ταραχή στο στομάχι. «Αν το ξέχασες, θα μάθεις γιατί οι άνδρες στους Δύο Ποταμούς μιλάνε γλυκά κι ωραία».

Τον είδε να το συλλογίζεται. Ο Ούνο δεν ήξερε ποια ήταν η σχέση της με τον Λευκό Πύργο, ήξερε μόνο ότι υπήρχε. Μπορεί να ήταν πράκτορας του Πύργου ή εκπαιδευμένη στον Πύργο. Ή ακόμα και Άες Σεντάι, αν και σ’ αυτή την περίπτωση δεν φορούσε πολύ καιρό το επώμιο. Επίσης, η απειλή ήταν αρκετά αόριστη και θα του επέτρεπε να την ερμηνεύσει με το χειρότερο τρόπο. Είχε μάθει αυτή την τεχνική πολύ πριν ακούσει τον Τζούιλιν να την αναφέρει στην Ηλαίην.

Όταν ο Ούνο έδειξε ότι είχε καταλάβει —και προτού της κάνει κάποια ερώτηση― η Νυνάβε κατέβασε το χέρι. «Θα είστε μακριά για τον ίδιο λόγο με τον Γκάλαντ. Για να μην τραβήξετε την προσοχή. Όσο για τα υπόλοιπα, θα τα κάνετε επειδή το λέω εγώ. Αν πρέπει να σας εξηγώ κάθε απόφαση, δεν θα προλαβαίνω να κάνω τίποτα άλλο, άρα πρέπει να το δεχθείτε».

Ήταν κι αυτό ένα σχόλιο κατάλληλο για Άες Σεντάι. Εκτός αυτού, δεν είχαν άλλη επιλογή, αν ήθελαν να τη βοηθήσουν να βρει τον Ραντ, όπως νόμιζαν, κάτι που σήμαινε ότι δεν είχαν άλλη επιλογή. Εν γένει, ένιωθε ικανοποιημένη με τον εαυτό της, καθώς τους έκανε νόημα να πισωγυρίσουν στη Σαμάρα, ενώ αυτή στρεφόταν, για να διασχίσει το πλήθος, περνώντας κάτω από την ταμπέλα με το όνομα του Βάλαν Λούκα.

Δοκίμασε έκπληξη βλέποντας ότι είχαν άλλο ένα άτομο στην παράσταση. Σε μια καινούρια εξέδρα, όχι πολύ μακριά από την είσοδο, μια γυναίκα με αραχνοΰφαντο κίτρινο παντελόνι στεκόταν στο κεφάλι της, με τα χέρια απλωμένα δεξιά κι αριστερά, κρατώντας δυο λευκά περιστέρια σε κάθε χέρι. Όχι, δεν στεκόταν στο κεφάλι. Είχε ένα είδος ξύλινου πλαισίου που το έσφιγγε με τα δόντια της, πάνω στο οποίο ισορροπούσε. Καθώς η Νυνάβε την παρακολουθούσε εμβρόντητη, η παράξενη ακροβάτισσα χαμήλωσε τα χέρια στην εξέδρα για μια στιγμή, ενώ διπλωνόταν στα δύο, και στο τέλος φάνηκε να κάθεται στο κεφάλι της. Ακόμα κι αυτό δεν ήταν αρκετό. Τα πόδια της λύγισαν προς τα κάτω, μπροστά της, και μετά ξανανέβηκαν, περνώντας κάτω από τα μπράτσα της, και τότε αυτή άφησε τα περιστέρια στις αναποδογυρισμένες πατούσες της, που ήταν το υψηλότερο μέρος του στρεβλωμένου κόμπου, τον οποίο είχε σχηματίσει με το κορμί της. Οι θεατές αναφώνησαν και χειροκρότησαν, όμως το θέαμα έκανε τη Νυνάβε να ανατριχιάσει. Θύμιζε έντονα αυτό που της είχε κάνει η Μογκέντιεν.

Δεν είναι αυτός ο λόγος που θέλω να αφήσω να το αναλάβουν οι Γαλάζιες, σκέφτηκε. Απλώς δεν θέλω να ξαναπροκαλέσω καταστροφή. Αυτό ήταν αλήθεια, αλλά επίσης φοβόταν ότι την επόμενη φορά δεν θα γλίτωνε τόσο εύκολα, τόσο φτηνά. Δεν θα το παραδεχόταν σε άλλο άνθρωπο. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό της.

Έριξε μια τελευταία απορημένη ματιά στη γυναίκα-κόμπο —δεν μπορούσε ούτε να καταλάβει τι είχε σχηματίσει τώρα στρεβλώνοντας το κορμί της― και γύρισε να φύγει. Και ξαφνιάστηκε βλέποντας την Ηλαίην και τη Μπιργκίτε να εμφανίζονται ξαφνικά στο πλευρό της μέσα από το πυκνό πλήθος. Η Ηλαίην φορούσε ένα μανδύα που κάλυπτε με ευπρέπεια το λευκό σακάκι και το παντελόνι της· η Μπιργκίτε σχεδόν επιδείκνυε την κόκκινη εσθήτα της με το βαθύ ντεκολτέ. Το «σχεδόν» ήταν περιττό. Η Μπιργκίτε στεκόταν με κορμί ακόμα πιο στητό απ’ όσο συνήθως, και είχε ρίξει την πλεξούδα στη ράχη για να μην έχει ούτε εκείνη τη λιγοστή κάλυψη. Η Νυνάβε άγγιξε τον κόμπο του επώμιού της και ευχήθηκε να μην της θύμιζε η Μπιργκίτε πόσο θα αποκάλυπτε και η ίδια το κορμί της όταν θα έβγαζε το γκρίζο μάλλινο ρούχο. Η άλλη είχε τη φαρέτρα να κρέμεται από τη ζώνη της, και κρατούσε το τόξο που της είχε βρει ο Λούκα. Μα θα πρέπει να ήταν πια περασμένη ώρα και δεν θα προλάβαιναν να κάνουν την επίδειξη τοξοβολίας.