Με μια ματιά στον ουρανό, η Νυνάβε κατάλαβε ότι είχε λάθος. Παρ’ όλα όσα είχαν συμβεί, ο ήλιος ακόμα στεκόταν ψηλά πάνω από τον ορίζοντα. Οι σκιές μάκραιναν, αλλά, όπως υποψιάστηκε, όχι τόσο ώστε να αποτρέψουν την Μπιργκίτε.
Για να μην καταλάβουν ότι είχε κοιτάξει τον ήλιο, έκανε νόημα προς τη γυναίκα με το αραχνοΰφαντο παντελόνι, που τώρα είχε αρχίσει να στρίβει το κορμί της σε ένα σχήμα που η Νυνάβε ήξερε ότι ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί. Ενώ ακόμα ισορροπούσε στηριγμένη στα δόντια. «Από πού ήρθε αυτή;»
«Την προσέλαβε ο Λούκα», απάντησε γαλήνια η Μπιργκίτε. «Αγόρασε και μερικές λεοπαρδάλεις. Το όνομά της είναι Μιούελιν».
Αν η Μπιργκίτε ήταν όλο ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση, η Ηλαίην σχεδόν ριγούσε από πάθος. «Από πού ήρθε;» είπε, σχεδόν μπερδεύοντας τα λόγια της. «Ήρθε από ένα θηριοτροφείο που παραλίγο θα το ισοπέδωνε ο όχλος!»
«Το άκουσα», είπε η Νυνάβε, «αλλά δεν έχει σημασία. Το―»
«Δεν έχει σημασία!» Η Ηλαίην κοίταξε αγανακτισμένη στα ουράνια, σαν να ζητούσε καθοδήγηση. «Μήπως άκουσες και το λόγο; Δεν ξέρω αν ήταν Λευκομανδίτες ή αυτός ο Προφήτης, αλλά κάποιος ξεσήκωσε τον όχλο, νομίζοντας ότι...» Κοίταξε γύρω χωρίς να σταματήσει να μιλά και χαμήλωσε τη φωνή της· ο κόσμος δεν σταματούσε, όμως όλοι κοίταζαν δύο γυναίκες που στέκονταν εκεί και ήταν προφανώς καλλιτέχνες του θηριοτροφείου. «...κάποια γυναίκα στην παράσταση ίσως φορούσε επώμιο». Τόνισε με σημασία την τελευταία λέξη. «Είναι βλάκες αν νομίζουν ότι μια τέτοια θα ταξίδευε με περιπλανώμενο θηριοτροφείο, αλλά βέβαια εγώ κι εσύ αυτό κάνουμε. Κι εσύ σηκώνεσαι και τρέχεις στην πόλη χωρίς να πεις λέξη σε κανέναν. Και τι δεν ακούσαμε: άλλος έλεγε ότι ένας φαλακρός σε πήρε στον ώμο κι έφυγε, άλλος ότι φίλησες έναν Σιναρανό και το έσκασες αγκαζέ μαζί του».
Η Νυνάβε ακόμα έχασκε, όταν η Μπιργκίτε πρόσθεσε, «Ο Λούκα αναστατώθηκε, όποια κι αν ήταν η αλήθεια. Είπε...» Ξερόβηξε, για να καθαρίσει το λαιμό της, κι έκανε τη φωνή της βαθιά. «“Άρα της αρέσουν οι σκληροί άνδρες, ε; Ε, λοιπόν, μπορώ να γίνω σκληρός σαν καλαμπόκι το χειμώνα!” Και ξεκίνησε, παίρνοντας μαζί του δυο παλικάρια με πλάτες σαν τους λατόμους του σ’Γκάντιν, για να σε φέρουν πίσω. Πήγαν επίσης μαζί ο Θομ Μέριλιν και ο Τζούιλιν Σάνταρ, αναστατωμένοι κι αυτοί. Αυτό δεν βοήθησε να ηρεμήσει ο Λούκα, όμως ήταν όλοι τόσο αναστατωμένοι για σένα, που δεν είχαν περιθώριο για θυμούς μεταξύ τους».
Για μια στιγμή, η Νυνάβε έμεινε να κοιτάζει μπερδεμένη. Της άρεσαν οι σκληροί άνδρες; Τι μπορεί να σήμαινε..; Σιγά-σιγά το κατάλαβε και τότε βόγκηξε. «Ωχ, αυτό μου έλειπε τώρα». Κι ο Θομ κι ο Τζούιλιν έτρεχαν στη Σαμάρα. Το Φως μόνο ήξερε σε τι μπελάδες θα έμπλεκαν.
«Και πάλι θέλω να μάθω τι πήγες να κάνεις», είπε η Ηλαίην, «αλλά χάνουμε χρόνο εδώ».
Η Νυνάβε τις άφησε να τη σύρουν στο πλήθος, βάζοντάς την ανάμεσά τους, αλλά ακόμα και με τα νέα για τον Λούκα και τους άλλους, ένιωθε ικανοποιημένη με όσα είχε κάνει εκείνη τη μέρα. «Με λίγη τύχη, θα έχουμε φύγει από δω μέσα σε μια-δυο μέρες. Αν δεν μας βρει πλοίο ο Γκάλαντ, θα μας βρει ο Μασέμα. Όπως αποδείχθηκε, αυτός είναι ο Προφήτης. Ηλαίην, τον θυμάσαι τον Μασέμα. Εκείνος ο Σιναρανός με το ξινισμένο πρόσωπο που είδαμε―» Η Νυνάβε συνειδητοποίησε ότι η Ηλαίην είχε σταματήσει και στάθηκε να την περιμένει.
«Ο Γκάλαντ;» είπε δύσπιστα η νεότερη γυναίκα, ξεχνώντας να κρατήσει το μανδύα της κλειστό. «Είδες ― μίλησες με τον Γκάλαντ; Και με τον Προφήτη; Και βέβαια, αλλιώς πώς προσπαθούν να μας βρουν σκάφος; Ήπιες τσάι μαζί τους ή μήπως απλώς τους πέτυχες σε καμιά κοινή αίθουσα; Σίγουρα αυτά έγιναν εκεί που σε πήγε ο φαλακρός. Μήπως ήταν εκεί και ο Βασιλιάς της Γκεάλνταν; Μπορείς να με πείσεις, σε παρακαλώ, ότι ονειρεύομαι, για να ξυπνήσω;»
«Σύνελθε», είπε με σταθερή φωνή η Νυνάβε. «Έχουν βασίλισσα τώρα, όχι βασιλιά, και, ναι, ήταν κι αυτή εκεί. Δεν ήταν φαλακρός· είχε κότσο στην κορυφή του κεφαλιού. Ο Σιναρανός εννοώ. Όχι ο Προφήτης. Ο Προφήτης είναι φαλακρός σαν―» Αγριοκοίταξε την Μπιργκίτε, ώσπου εκείνη σταμάτησε να χαχανίζει. Η αγριάδα στο βλέμμα υποχώρησε, μόλις η Νυνάβε θυμήθηκε ποια αγριοκοίταζε και τι της είχε κάνει, αλλά, αν η Μπιργκίτε δεν είχε πάψει, τότε θα έβλεπαν αν μπορούσε να χαστουκίσει τη Μπιργκίτε. Συνέχισαν να περπατούν, και η Νυνάβε είπε, όσο πιο ήρεμα μπορούσε, «Να τι συνέβη. Είδα τον Ούνο, έναν από τους Σιναρανούς που ήταν στο Φάλμε, ενώ σε παρακολουθούσε να υψοπερπατάς, Ηλαίην. Παρεμπιπτόντως, όπως κι εμένα, ούτε κι αυτού του αρέσει να δείχνει τα πόδια της η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ. Τέλος πάντων, η Μουαραίν τους έστειλε εδώ μετά το Φάλμε, αλλά...»