Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Αυτή τη φορά, θα της αρκούσε κι ένα κρώξιμο. Η Μπιργκίτε απλώς έκανε ένα ανούσιο αστείο. Σίγουρα αστειευόταν.
Την ακούμπησαν με την πλάτη στον πρόχειρο ξύλινο φράχτη και η Ηλαίην άρχισε να λύνει τον κόμπο του επωμίου, ενώ η Μπιργκίτε γύριζε από κει που είχαν έρθει, τραβώντας ένα βέλος από τη φαρέτρα της.
«Αυτή τη φορά έκανες στ’ αλήθεια χαζομάρα», μουρμούρισε η Ηλαίην. «Είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να εμπιστευτούμε τον όρκο του Γκάλαντ, όμως δεν μπορούσες να ξέρεις από πριν τι θα έκανε. Μην πω που πήγες να βρεις τον Προφήτη!» Τράβηξε απότομα το επώμιο από τους ώμους της Νυνάβε. «Γι’ αυτόν αποκλείεται να είχες την παραμικρή ιδέα τι θα μπορούσε να κάνει. Ανησύχησες τους πάντες και διακινδύνευσες τα πάντα!»
«Το ξέρω», κατάφερε να ξεστομίσει η Νυνάβε. Είχε τον ήλιο στα μάτια· δεν μπορούσε πια να δει καθόλου την Μπιργκίτε. Αλλά η Μπιργκίτε μπορούσε να τη δει. Φυσικά και μπορούσε. Αυτό ήταν το σημαντικό.
Η Ηλαίην την κοίταξε καχύποπτα. «Το ξέρεις;»
«Ξέρω ότι διακινδύνευσα τα πάντα. Έπρεπε να σου μιλήσω, να σε ρωτήσω. Ξέρω ότι ήμουν ανόητη. Δεν πρέπει να μ’ αφήνουν να κυκλοφορώ μόνη μου». Αρχισε να τα λέει ξέπνοα, σαν ποτάμι. Η Μπιργκίτε μπορούσε να τη δει.
Η υποψία έγινε ανησυχία. «Είσαι καλά; Αν πράγματι δεν θέλεις να το κάνεις...»
Η Ηλαίην νόμιζε ότι η Νυνάβε φοβόταν. Δεν μπορούσε, δεν έπρεπε να το επιτρέψει αυτό. Άφησε ένα ψεύτικο χαμόγελο, ευχήθηκε να μην έδειχναν τόσο πλατιά τα μάτια της. Ένιωθε την επιδερμίδα του προσώπου της τεντωμένη. «Φυσικά και θέλω. Για να πω την αλήθεια, ανυπομονώ να το κάνω».
Η Ηλαίην την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια με αμφιβολία, αλλά στο τέλος ένευσε. «Είσαι σίγουρη για το Σαλιντάρ;»
Δεν περίμενε απάντηση, αλλά έτρεξε στην άκρη, διπλώνοντας το επώμιο. Για κάποιο λόγο, η Νυνάβε δεν μπόρεσε να νιώσει αγανάκτήση για την ερώτηση, ούτε για το ότι η Ηλαίην δεν είχε καθίσει να περιμένει. Ανάσαινε τόσο γοργά, που ήταν έτοιμη να ξεχυθεί από το βαθύ ντεκολτέ, αλλά ακόμα κι αυτή η σκέψη δεν αρκούσε για να τη σταματήσει. Ο ήλιος τής γέμιζε το βλέμμα· αν μισόκλεινε τα μάτια, ίσως έβλεπε αμυδρά την Μπιργκίτε, όμως τα μάτια της είχαν δική τους βούληση και πλάταιναν συνεχώς. Τώρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ήταν η τιμωρία για τα ανόητα ρίσκα της. Κατάφερε μόνο να νιώσει μια μικρή ενόχληση, επειδή την τιμωρούσαν τώρα που είχε κανονίσει τα πάντα τόσο καλά. Και η Ηλαίην δεν την πίστευε καν για το Σαλιντάρ! Θα έπρεπε να το δεχθεί στωικά. Θα―
Σαν να είχε εμφανιστεί από το πουθενά, ένα βέλος καρφώθηκε μ’ ένα δυνατό ντουκ στο ξύλο, δονούμενο δίπλα στο δεξί της καρπό. Μόλις που κατάφερε να μην αφήσει τα γόνατά της να λυγίσουν. Ένα δεύτερο βέλος χάιδεψε τον άλλο καρπό της, κάνοντάς την να βγάλει μια ακόμα πιο ψιλή κραυγούλα. Ήταν εξίσου ανήμπορη να μείνει σιωπηλή, όσο και να σταματήσει τα βέλη της Μπιργκίτε. Βέλος το βέλος, οι κραυγούλες γίνονταν ολοένα και πιο ψιλές και της φάνηκε ότι το πλήθος επευφημούσε τις φωνές της. Όσο πιο δυνατά τσίριζε, τόσο πιο δυνατά ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν. Όταν τα βέλη είχαν σχηματίσει το περίγραμμα της από τα γόνατα ως το κεφάλι, οι επευφημίες ήταν βροντερές. Η αλήθεια ήταν ότι στο φινάλε ένιωσε κάποια ενόχληση, όταν το πλήθος χίμηξε να μαζευτεί γύρω από την Μπιργκίτε, αφήνοντάς την να στέκεται εκεί, ατενίζοντας τα φτερά των βελών ολόγυρα της. Μερικά έτρεμαν ακόμα. Η ίδια έτρεμε ακόμα.
Ξεκόλλησε από το φράχτη και πήρε δρόμο για τις άμαξες όσο πιο γοργά μπορούσε, προτού προσέξει κανείς πώς τρέκλιζαν τα πόδια της. Όχι ότι την πρόσεχε κανείς. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να σταθεί εκεί και να προσευχηθεί μην τυχόν και φτερνιζόταν η Μπιργκίτε ή την έπιανε καμιά φαγούρα. Κι αύριο θα έπρεπε να το ξανακάνει απ’ την αρχή. Ή θα το έκανε ή θα έλεγε στην Ηλαίην —και, το χειρότερο, στην Μπιργκίτε― ότι δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα.
Όταν ήρθε εκείνο το βράδυ ο Ούνο να ζητήσει τη Νάνα, του είπε απερίφραστα να κεντρίσει όσο τολμούσε τον Μασέμα και να βρει τον Γκάλαντ και να του πει ότι έπρεπε να βρει πλοίο γρήγορα, με κάθε μέσο. Και μετά ξάπλωσε στο κρεβάτι χωρίς να φάει και προσπάθησε να πιστέψει πως μπορούσε να πείσει την Ηλαίην και την Μπιργκίτε ότι ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να σταθεί στο φράχτη. Αλλά ήταν σίγουρη ότι θα καταλάβαιναν ποια ήταν η αρρώστιά της. Η Μπιργκίτε θα την κοίταζε με συμπόνια κι αυτό χειροτέρευε τα πράγματα. Κάποιος απ’ αυτούς τους ανόητους τους άνδρες έπρεπε να βρει πλοίο!
41
Η Μαστοριά του Κιν Τοβίρ
Με το ένα χέρι στη λαβή του σπαθιού και με το άλλο να κρατά το Σωντσανό δόρυ με τις λευκοπράσινες φούντες, ο Ραντ αγνόησε για μια στιγμή τους υπόλοιπους εκεί πάνω, στην κορυφή του λόφου με τα αραιά δένδρα, και περιεργάστηκε τα τρία στρατόπεδα που απλώνονταν πιο κάτω στον πρωινό ήλιο. Τρία διαφορετικά στρατόπεδα, κι εκεί ακριβώς ήταν ο κόμπος. Ήταν όλες οι Καιρχινές και οι Δακρυνές δυνάμεις που είχε στη διάθεση του. Όλοι οι άλλοι άνδρες που μπορούσαν να κρατήσουν σπαθί ή δόρυ ήταν κλεισμένοι στην πόλη ή το Φως μόνο ήξερε πού βρίσκονταν.