Από το θυρεό του Υψηλού Άρχοντα έλειπαν μόνο μερικά άστρα για να είναι ίδιος με της Λανφίαρ, αλλά ο άνδρας με τη μακριά μύτη δεν ήταν η Λανφίαρ μεταμφιεσμένη· τα μαλλιά του που γκρίζαραν τα είχε λαδωμένα σαν τα γένια του, και χτενισμένα σε μια μάταια προσπάθεια να κρύψει ότι αραίωναν. Ερχόταν βόρεια με ενισχύσεις, όταν άκουσε ότι οι Αελίτες επιτίθονταν στην πόλη της Καιρχίν. Αντί να γυρίσει πίσω ή να καθίσει εκεί που ήταν, συνέχισε βόρεια μ’ όσο ταχύτερο ρυθμό άντεχαν τα άλογά του, συγκεντρώνοντας καθ’ οδόν ό,τι δυνάμεις μπορούσε να βρει.
Αυτά ήταν τα καλά νέα για τον Γουίραμον. Τα κακά ήταν ότι ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι θα τσάκιζε τους Σάιντο γύρω από την Καιρχίν με τους άνδρες που είχε φέρει. Ακόμα και τώρα, αυτό πίστευε. Και δεν χαιρόταν καθόλου που ο Ραντ δεν τον άφηνε να το κάνει, ούτε και που ήταν κυκλωμένος από Αελίτες. Για τον Γουίραμον, οι Αελίτες δεν διέφεραν μεταξύ τους. Το ίδιο βέβαια πίστευαν και οι άλλοι. Ένας από τους νεαρούς άρχοντες μύριζε με νόημα ένα αρωματισμένο μαντηλάκι όποτε κοίταζε έναν Αελίτη. Ο Ραντ αναρωτήθηκε πόσο ακόμα θα επιζούσε αυτός ο άνθρωπος. Και τι θα έπρεπε να κάνει όταν ο νεαρός άρχοντας θα πέθαινε.
Ο Γουίραμον πρόσεξε ότι ο Ραντ τον παρακολουθούσε, και ξερόβηξε. «Άρχοντα Δράκοντα», άρχισε να λέει με βαριά, τραχιά φωνή, «μια καλή επέλαση θα τους διαλύσει σαν ορτύκια». Χτύπησε δυνατά τα γάντια του στην παλάμη του. «Τα πόδια δεν αντέχουν μπροστά σε άλογα. Θα στείλω τους Καιρχινούς να τους ξετρυπώσουν, και μετά θα ακολουθήσω με―»
Ο Ραντ τον σταμάτησε. Μα δεν μπορούσε να μετρήσει ο άνθρωπος; Ο αριθμός των Αελιτών εδώ δεν του έδινε καμιά ιδέα για το πόσοι μπορεί να ήταν γύρω από την πόλη; Δεν είχε σημασία. Ο Ραντ δεν άντεχε να ακούσει κι άλλα. «Είσαι βέβαιος για τα νέα που φέρνεις από το Δάκρυ;»
Ο Γουίραμον ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Τα νέα, Άρχοντα Δράκοντα; Ποια-; Α, εκείνο. Που να καεί η ψυχή μου, δεν σημαίνει τίποτα. Οι Ιλιανοί πειρατές συχνά προσπαθούν να κάνουν επιδρομές στις ακτές». Δεν προσπαθούσαν, τις έκαναν, σύμφωνα μ’ όσα είχε πει φτάνοντας.
«Και οι επιθέσεις στις Πεδιάδες του Μαρέντο; Είναι κι αυτό κάτι που κάνουν συχνά;»
«Μα, που να καεί η ψυχή μου, εκείνοι είναι απλώς επιδρομείς». Περισσότερο δήλωνε ένα γεγονός παρά διαμαρτυρόταν. «Μπορεί να μην είναι καθόλου Ιλιανοί, αλλά σίγουρα δεν είναι στρατιώτες. Έτσι που μπερδεύουν τα πράγματα αυτοί οι Ιλιανοί, κανείς δεν ξέρει αν μια συγκεκριμένη μέρα το μαστίγιο το κρατάει ένας βασιλιάς ή η Συνέλευση ή το Συμβούλιο των Εννέα, αλλά, αν αποφασίσουν να αρχίσουν, τότε θα επιτεθούν με στρατιές στο Δάκρυ υπό τις Χρυσές Μέλισσες, όχι με επιδρομείς που καίνε άμαξες εμπόρων και συνοριακά αγροκτήματα. Να το θυμάσαι αυτό που σου λέω».
«Αν το επιθυμείς», απάντησε ο Ραντ, όσο πιο ευγενικά μπορούσε. Όποια εξουσία κι αν διέθεταν ακόμα ο Μάτιν Στεπάνεος ντεν Μπάλγκαρ, ή η Συνέλευση, ή το Συμβούλιο των Εννέα, ήταν όση τους είχε αφήσει ο Σαμαήλ. Αλλά ήταν σχετικά λίγοι όσοι ήξεραν ότι οι Αποδιωγμένοι ήταν ήδη ελεύθεροι. Κάποιοι που θα έπρεπε να το γνωρίζουν, αρνούνταν να το πιστέψουν, ή το αγνοούσαν —λες κι αυτό θα έλυνε το πρόβλημα― ή πίστευαν ότι, αν ήταν να γίνει, θα γινόταν σε κάποιο αόριστο και κατά προτίμηση μακρινό μέλλον. Άδικα θα πάσχιζε να πείσει τον Γουίραμον, σ’ όποια ομάδα απ’ αυτές κι αν ανήκε. Η πίστη ή η δυσπιστία του δεν θα άλλαζε τίποτα.
Ο Υψηλός Άρχοντας κοίταξε βλοσυρά την κοιλάδα ανάμεσα στους λόφους. Πιο συγκεκριμένα, τα δύο Καιρχινά στρατόπεδα. «Αφού δεν έχει επιβληθεί ακόμα η τάξη εδώ πέρα, ποιος άραγε ξέρει τι άθλια υποκείμενα το έσκασαν προς το νότο;» Έκανε μια γκριμάτσα και χτύπησε ακόμα πιο δυνατά τα γάντια στην παλάμη του, προτού στραφεί πάλι προς τον Ραντ. «Σύντομα θα σου τους κάνουμε να γονατίσουν, Άρχοντα Δράκοντα. Αρκεί να μου δώσεις τη διαταγή, και θα οδηγήσω...»
Ο Ραντ τον προσπέρασε, χωρίς να τον ακούει, αν και ο Γουίραμον τον ακολούθησε, ζητώντας ακόμα εξουσιοδότηση για να επιτεθεί, ενώ οι άλλοι δύο στέκονταν πίσω του σαν σκυλάκια. Ο άνθρωπος ήταν τυφλός.
Φυσικά, δεν ήταν μόνοι τους. Η κορυφή του λόφου έβριθε από κόσμο. Κατ’ αρχάς, η Σούλιν είχε εκατό Φαρ Ντάραϊς Μάι παραταγμένες γύρω από την κορυφή και όλες έμοιαζαν ακόμα πιο έτοιμες να φορέσουν το πέπλο απ’ όσο φαίνονταν συνήθως οι Αελίτες. Το ότι η Σούλιν ήταν σε επιφυλακή δεν οφειλόταν μόνο στην κοντινή παρουσία του Σάιντο. Απηχώντας την περιφρόνηση του Ραντ για τις καχυποψίες των στρατοπέδων εκεί κάτω, η Ενάιλα και δύο Κόρες ήταν πάντα κοντά στον Γουίραμον και στα αρχοντόπουλά του, και όσο πιο κοντά στέκονταν στον Ραντ, τόσο πιο ετοιμοπόλεμες έδειχναν οι Κόρες.