Λίγο παραπέρα, η Αβιέντα, σχεδόν κρυμμένη μέσα σε βραχιόλια και περιδέραια, στεκόταν και μιλούσε με καμιά δωδεκαριά Σοφές, μπορεί και περισσότερες, που είχαν τα επώμιο ριγμένα στους αγκώνες. Το παράξενο ήταν πως μια κοκαλιάρα ασπρομάλλα, ακόμα πιο μεγάλη από την Μπάιρ, έμοιαζε να έχει αναλάβει τα ηνία. Ο Ραντ θα περίμενε να έχει αυτό το ρόλο η Άμυς ή η Μπάιρ, όμως ακόμα κι αυτές έκλειναν το στόμα όταν μιλούσε η Σορίλεα. Η Μελαίν ήταν με τον Μπάελ, κάπου ανάμεσα στις Σοφές και στους άλλους αρχηγούς φατρίας. Όλο έσχαζε το σακάκι του καντιν’σόρ του Μπάελ, σαν να μην ήξερε αυτός πώς να ντυθεί, κι εκείνος είχε την υπομονετική όψη κάποιου που θυμίζει στον εαυτό του τους λόγους για τους οποίους είχε παντρευτεί. Μπορεί να ήταν προσωπικό, όμως ο Ραντ υποψιαζόταν ότι οι Σοφές προσπαθούσαν πάλι να επηρεάσουν τους αρχηγούς. Αν συνέβαινε αυτό, ο Ραντ δεν θα αργούσε να μάθει τις λεπτομέρειες.
Το βλέμμα του Ραντ όμως το τράβηξε η Αβιέντα. Του έστειλε ένα φευγαλέο χαμόγελο προτού γυρίσει για να ακούσει τη Σορίλεα. Ένα φιλικό χαμόγελο, μα τίποτα παραπάνω. Κάτι ήταν κι αυτό, σκέφτηκε μέσα του. Ούτε μια φορά δεν είχε οργιστεί μαζί του ύστερα από κείνο που είχε συμβεί μεταξύ τους, κι αν μερικές φορές έκανε κανένα σαρκαστικό σχόλιο, δεν ήταν πιο αιχμηρό από κάτι το οποίο θα περίμενε κι από την Εγκουέν. Με εξαίρεση τη μία φορά που της είχε θίξει πάλι το ζήτημα του γάμου· του τα είχε ψάλει τόσο αυστηρά, ώστε από κει και μετά την άφησε στην ησυχία της. Όμως η συμπεριφορά της ήταν φιλική και τίποτα περισσότερο, αν και τώρα μερικές φορές δεν πρόσεχε όταν ξεντυνόταν μπροστά του τα βράδια. Ακόμα η Αβιέντα επέμενε να κοιμάται το πολύ τρία βήματα πιο πέρα απ’ αυτόν.
Πάντως, οι Κόρες έδειχναν σίγουρες ότι τις κουβέρτες του Ραντ και της Αβιέντα τις χώριζαν λιγότερα από τρία βήματα, και ο Ραντ περίμενε ότι αυτή η βεβαιότητα θα διαδιδόταν, αλλά ως τώρα αυτό δεν είχε συμβεί. Η Εγκουέν θα τον έπαιρνε με το άγριο, αν έστω υποψιαζόταν κάτι τέτοιο. Η Εγκουέν εύκολα μπορούσε να μιλά για την Ηλαίην, αλλά ο Ραντ δεν μπορούσε να καταλάβει ούτε καν την Αβιέντα, που ήταν εκεί μπροστά του. Γενικά, ένιωθε περισσότερη ένταση από ποτέ, όταν κοίταζε την Αβιέντα, όμως εκείνη πρώτη φορά την έβλεπε τόσο χαλαρωμένη. Για κάποιο λόγο, του φαινόταν ότι έπρεπε να συμβαίνει το αντίστροφο. Μαζί της όλα φαίνονταν ανάποδα. Η Μιν ήταν η μόνη γυναίκα που δεν τον έκανε να νιώθει ότι στεκόταν στο κεφάλι του.
Αναστέναξε και προχώρησε, πάλι χωρίς ν’ ακούει αυτά που του έλεγε ο Γουίραμον. Κάποια μέρα θα καταλάβαινε τις γυναίκες. Όταν θα είχε χρόνο να ασχοληθεί. Υποψιαζόταν όμως ότι μια ολόκληρη ζωή δεν θα αρκούσε.
Οι αρχηγοί φατρίας είχαν τη δική τους συγκέντρωση, μαζί με αρχηγούς σέπτας και αντιπροσώπους των κοινωνιών. Ο Ραντ αναγνώρισε μερικούς. Ήταν ο Νταρκ Χάιρν, αρχηγός του Τζίντο Τάαρνταντ, και ο Μάνγκιν, που έκανε στον Ραντ ένα συντροφικό νόημα κι έστειλε μια περιφρονητική γκριμάτσα στους Δακρυνούς. Ήταν ο λιγνός σαν δόρυ Τζουρανάι, αρχηγός των Άεθαν Ντορ, των Κόκκινων Ασπίδων, που είχε έρθει σ’ αυτή την εκστρατεία παρά τις λευκές πινελιές στα ανοιχτοκάστανα μαλλιά του, και ο Ρόινταν, ο γκριζομάλλης με τους χοντρούς ώμους, που ηγείτο του Σά’μαντ Κόντε, των Κεραυνοπόρων. Αυτοί οι τέσσερις μερικές φορές πήγαιναν μαζί του για να εξασκηθούν στον Αελίτικο τρόπο μάχης δίχως όπλα, μετά το Πέρασμα Τζανγκάι.
«Θέλεις να πάμε για κυνήγι σήμερα;» ρώτησε ο Μάνγκιν, καθώς ο Ραντ τους προσπερνούσε, κι εκείνος τον κοίταξε έκπληκτος.
«Για κυνήγι;»
«Δεν έχει τίποτα που θα ’ταν διασκεδαστικό να το κυνηγήσουμε, αλλά μπορούμε να πιάσουμε πρόβατα με το τσουβάλι». Η σαρκαστική ματιά που έριξε ο Μάνγκιν στους Δακρυνούς δεν άφηνε καμία αμφιβολία τι εννοούσε με τη λέξη «πρόβατα», αν και ο Γουίραμον και οι άλλοι δεν το κατάλαβαν. Ή έκαναν ότι δεν το είχαν καταλάβει. Το αρχοντόπουλο ξαναμύρισε το αρωματισμένο μαντήλι του.
«Ίσως κάποια άλλη φορά», απάντησε ο Ραντ, κουνώντας το κεφάλι. Του φαινόταν ότι θα μπορούσε να γίνει φίλος μ’ αυτούς τους τέσσερις, ειδικά όμως με τον Μάνγκιν, που είχε αίσθηση χιούμορ σαν του Ματ. Αφού δεν είχε χρόνο να μελετήσει τις γυναίκες, σίγουρα δεν είχε χρόνο για να κάνει καινούριους φίλους. Και βέβαια, ελάχιστο χρόνο για παλιούς φίλους. Ανησυχούσε για τον Ματ.