Στο ψηλότερο σημείο του λόφου, ένας βαρύς σκελετός από κορμούς σχημάτιζε πύργο, που ξεπρόβαλλε πάνω από τις δενδροκορφές, με μια πλατιά εξέδρα στην κορυφή του είκοσι και παραπάνω βήματα από το έδαφος. Οι Αελίτες δεν ήξεραν να δουλεύουν το ξύλο σε τέτοια κλίμακα, αλλά υπήρχαν αρκετοί μεταξύ των Καιρχινών προσφύγων που ήξεραν.
Η Μουαραίν περίμενε στη ρίζα της πρώτης γερτής σκάλας με τον Λαν και την Εγκουέν. Η Εγκουέν είχε μείνει πολύ καιρό στον ήλιο· τώρα μπορούσε να περάσει για Αελίτισσα, αν εξαιρούσες τα μαύρα μάτια της. Μια κοντή Αελίτισσα. Ο Ραντ κοίταξε ερευνητικά το πρόσωπό της, αλλά δεν είδε τίποτα εκτός από κούραση. Η Άμυς και οι άλλες σίγουρα την περνούσαν από σκληρή εκπαίδευση. Δεν θα του έλεγε ευχαριστώ όμως, αν μεσολαβούσε γι’ αυτήν.
«Αποφάσισες;» ρώτησε ο Ραντ, σταματώντας. Ο Γουίραμον επιτέλους σιώπησε.
Η Εγκουέν δίστασε, αλλά ο Ραντ πρόσεξε ότι δεν κοίταξε τη Μουαραίν προτού νεύσει. «Θα κάνω ό,τι μπορώ».
Η απροθυμία της τον ενοχλούσε. Δεν το είχε ζητήσει από τη Μουαραίν —δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη Μία Δύναμη σαν όπλο κατά των Σάιντο, παρά μόνο αν εκείνοι την απειλούσαν ή αν κατάφερνε να την πείσει ότι ήταν όλοι Σκοτεινόφιλοι― αλλά η Εγκουέν δεν είχε δώσει τους Τρεις Όρκους, και ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι θα καταλάβαινε πως ήταν αναγκαίο. Αντιθέτως όμως, εκείνη είχε ασπρίσει όταν της το πρότεινε και τρεις μέρες τον απέφευγε, ως τώρα. Τουλάχιστον είχε συμφωνήσει. Ό,τι έκανε συντομότερη τη μάχη με το Σάιντο, ήταν για το καλό.
Η έκφραση της Μουαραίν δεν άλλαξε, αν και ο Ραντ δεν είχε καμία αμφιβολία τι σκεφτόταν μέσα της. Εκείνα τα ατάραχα χαρακτηριστικά των Άες Σεντάι, εκείνα τα μάτια των Άες Σεντάι, μπορούσαν να δείξουν παγερή αποδοκιμασία χωρίς να σαλέψουν καθόλου.
Ο Ραντ έχωσε το κομμάτι του δόρατος στη ζώνη του και πάτησε ίο πρώτο σκαλί ― και τότε η Μουαραίν μίλησε.
«Γιατί φοράς πάλι σπαθί;»
Ήταν η τελευταία ερώτηση που θα περίμενε. «Γιατί όχι;» μουρμούρισε και άρχισε να ανεβαίνει. Δεν ήταν καλή απάντηση, αλλά τον είχε ξαφνιάσει.
Η μισοεπουλωμένη λαβωματιά στο πλευρό του τον τραβούσε καθώς ανέβαινε· δεν πονούσε ακριβώς, αλλά έμοιαζε έτοιμη να ανοίξει. Δεν της έδωσε σημασία· συχνά του έδινε αυτή την αίσθηση, όταν κατέβαλλε κόπο.
Ο Ρούαρκ και οι άλλοι αρχηγοί φατρίας τον ακολούθησαν, με τον Μπάελ να αφήνει τελευταίος τη Μελαίν, αλλά ευτυχώς ο Γουίραμον και οι λακέδες του έμειναν στο έδαφος. Ο Υψηλός Άρχοντας ήξερε τι έπρεπε να γίνει· δεν χρειαζόταν και δεν ήθελε άλλες πληροφορίες. Ο Ραντ, νιώθοντας το βλέμμα της Μουαραίν να τον ακολουθεί, κοίταξε κάτω. Δεν ήταν η Μουαραίν, Ήταν η Εγκουέν αυτή που τον παρακολουθούσε να σκαρφαλώνει, με πρόσωπο τόσο όμοιο με αυτό μιας Άες Σεντάι, ώστε η διαφορά ήταν αμελητέα. Η Μουαραίν είχε σκύψει το κεφάλι πλάι στον Λαν. Ο Ραντ έλπισε να μην άλλαζε γνώμη η Εγκουέν.
Στην πλατιά εξέδρα της κορυφής, δύο κοντοί, ιδρωμένοι νεαροί με κοντά μανίκια έστηναν ένα ξύλινο σωλήνα ενισχυμένο με μπρούντζο, με μήκος τρία βήματα, πιο χοντρό από ανθρώπινο μπράτσο, που ήταν στημένος σε ένα περιστρεφόμενο πλαίσιο στηριγμένο στο κιγκλίδωμα. Λίγα βήματα παραπέρα υπήρχε ένας πανομοιότυπος σωλήνας, στο ίδιο σημείο που ήταν σχεδόν από τότε που είχε ολοκληρωθεί χθες η κατασκευή του πύργου. Υπήρχε και τρίτος άνδρας χωρίς σακάκι εκεί, που σκούπιζε το κεφάλι του μ’ ένα ριγέ μαντήλι, ενώ τους φώναζε άγρια.
«Με το μαλακό. Με το μαλακό, είπα! Βρε άχρηστες νυφίτσες, άμα στραβώσετε κανένα φακό, θα σας στρίψω το κεφάλι να κοιτάει το μπρος-πίσω. Σφίξ’ το γερά, Τζολ. Σφίξ’ το! Αν πέσει όταν θα κοιτάζει ο Άρχοντας Δράκοντας, θα πηδήξετε να το πιάσετε. Όχι μόνο γι’ αυτόν. Άμα μου χαλάσετε τη δουλειά, καλύτερα να είχατε σπάσει το χοντροκέφαλό σας».
Ο Τζολ και ο άλλος νεαρός, ο Κάιλ, συνέχισαν να δουλεύουν γρήγορα, αλλά χωρίς να δείχνουν ιδιαίτερα ταραγμένοι Με τα χρόνια είχαν συνηθίσει τον τρόπο που μιλούσε ο Κιν Τοβίρ. Ο Ραντ είχε σκεφτεί την ιδέα για έναν τέτοιον πύργο, όταν ανάμεσα στους πρόσφυγες είχε βρει έναν τεχνίτη —και τους δύο βοηθούς του― που έκανε φακούς και κιάλια.
Στην αρχή, κανείς απ’ τους τρεις δεν πρόσεξε ότι δεν ήταν μόνος. Οι αρχηγοί φατρίας σκαρφάλωναν με αθόρυβα πόδια και ο εξάψαλμος του Τοβίρ κάλυπτε τον ήχο από τις μπότες του Ραντ. Κι ο ίδιος ο Ραντ ξαφνιάστηκε όταν είδε το κεφάλι του Λαν να ξεπροβάλλει από το πορτάκι μετά τον Μπάελ· παρά τις μπότες του, ο Πρόμαχος δεν έκανε περισσότερο θόρυβο από τους Αελίτες.
Όταν επιτέλους είδαν τους νεοαφιχθέντες, οι δύο μαθητευόμενοι τινάχτηκαν με γουρλωμένα μάτια σαν να μην είχαν ξαναδεί Αελίτη, έπειτα έσκυψαν κάνοντας μισή υπόκλιση στον Ραντ κι έμειναν έτσι. Ο κατασκευαστής φακών έκανε μια σχεδόν εξίσου σπασμωδική κίνηση βλέποντας τους Αελίτες, όμως υποκλίθηκε πιο συγκρατημένα, σκουπίζοντας ξανά το κεφάλι του καθώς υποκλινόταν.