Выбрать главу

«Σου είπα ότι θα τελειώσω το δεύτερο σήμερα, Άρχοντα Δράκοντα». Ο Τοβίρ κατόρθωσε να προσθέσει σεβασμό στον τόνο του χωρίς να κάνει τη φωνή λιγότερο τραχιά. «Εξαιρετική σκέψη αυτός ο πύργος. Εγώ δεν θα μπορούσα να τη συλλάβω, όμως, όταν ρώτησες πόσο μακριά μπορεί να δει κανείς μ’ ένα κιάλι... Δώσε μου λίγο χρόνο και θα σου φτιάξω ένα που θα μπορείς να βλέπεις από δω το Κάεμλυν. Αν ο πύργος είναι αρκετά ψηλός», πρόσθεσε σκεπτικά. «Υπάρχουν και όρια».

«Όσα έχεις ήδη κάνει αρκούν και με το παραπάνω, αφέντη Τοβίρ». Σίγουρα ήταν παραπάνω απ’ ό,τι ήλπιζε ο Ραντ. Ήδη είχε ρίξει μια ματιά από το πρώτο κιάλι.

Ο Τζολ και ο Κάιλ ήταν ακόμα σκυμμένοι σε ορθή γωνία, με τα κεφάλια χαμηλωμένα. «Ίσως θα ’ταν προτιμότερο να πάρεις κάτω τους μαθητευόμενούς σου», είπε ο Ραντ. «Για να μην είμαστε στριμωγμένοι».

Είχε χώρο για τετραπλάσιους, όμως ο Τοβίρ αμέσως χτύπησε με το χοντρό του δάχτυλο τον ώμο του Κάιλ. «Άντε να φεύγουμε, αδέξιοι παλιοσταβλίτες! Μην μπλέκουμε στα πόδια του Άρχοντα Δράκοντα».

Οι μαθητευόμενοι μόλις που όρθωσαν το κορμί να τον ακολουθήσουν, κοιτώντας με πιο γουρλωμένο βλέμμα τον Ραντ απ’ όσο πριν τους Αελίτες, καθώς κατέβαιναν τη σκάλα. Ο Κέιλ ήταν ένα χρόνο μικρότερος από τον Ραντ, ο Τζολ δύο. Και οι δύο είχαν γεννηθεί σε πόλεις μεγαλύτερες απ’ όσο φανταζόταν προτού φύγει από τους Δύο Ποταμούς, είχαν επισκεφθεί την Καιρχίν και είχαν δει τον βασιλιά και την Έδρα της Άμερλιν, έστω κι από μακριά, ενώ ο ίδιος ακόμα βοσκούσε πρόβατα. Το πιθανότερο ήταν ότι σε μερικά θέματα ήξεραν ακόμα περισσότερο για τον κόσμο απ’ όσα ήξερε ο ίδιος. Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι και έσκυψε στο καινούριο κιάλι.

Μπροστά του πρόβαλλε η Καιρχίν. Τα δάση, που δεν ήταν ιδιαίτερα πυκνά για κάποιον συνηθισμένο στα δάση των Δύο Ποταμών, σταματούσαν τελείως αρκετά μακριά από την πόλη, φυσικά. Τα ψηλά, γκρίζα, γεμάτα τετράγωνους πύργους τείχη που σχημάτιζαν τέλειο τετράγωνο κόντρα στο ποτάμι, περιγελούσαν τις απαλές καμπύλες των λόφων. Εντός τους, υψώνονταν κι άλλοι πύργοι σε αυστηρά μοτίβα, σχηματίζοντας τις άκρες ενός πλέγματος, μερικοί είκοσι φορές ψηλότεροι από τα τείχη ή ίσως και περισσότερο, όμως ήταν ακόμα κυκλωμένοι από σκαλωσιές. Οι θρυλικοί ακέφαλοι πύργοι ακόμα ξαναχτίζονταν αφότου είχαν πυρποληθεί κατά τον Πόλεμο των Αελιτών.

Την τελευταία φορά που είχε δει την πόλη, μια άλλη πόλη την περιέβαλλε από τη μια ακροποταμιά ως την άλλη, τα Προπύλαια, ένας λαβύρινθος από στενάκια, φτιαγμένος από ξύλο, μια πόλη τόσο ζωηρή, όσο σοβαρή ήταν από την άλλη πλευρά η Καιρχίν. Τώρα, μόνο μια πλατιά έκταση από στάχτη και καρβουνιασμένα ξύλα αγκάλιαζαν τα τείχη. Ο Ραντ δεν μπορούσε να καταλάβει πώς δεν είχε εξαπλωθεί η φωτιά και στην ίδια την Καιρχίν.

Λάβαρα στόλιζαν όλους τους πύργους της πόλης, τόσο μακρινά, που δεν ξεχώριζαν, όμως οι ανιχνευτές τού τα είχαν περιγράψει. Τα μισά έφεραν τις Ημισελήνους του Δακρύου και τα άλλα μισά, κάτι που ίσως δεν αποτελούσε έκπληξη, ήταν πιστές απομιμήσεις του Λάβαρου του Δράκοντα, που εκείνος είχε αφήσει να κυματίζει πάνω από την Πέτρα του Δακρύου. Κανένα δεν έφερε τον Ανατέλλοντα Ήλιο της Καιρχίν.

Μετακίνησε λιγάκι μόνο το κιάλι και η πόλη χάθηκε από τα μάτια του. Στην άλλη άκρη του ποταμού υπήρχαν ακόμα τα μαυρισμένα πέτρινα κουφάρια των σιταποθηκών. Μερικοί από τους Καιρχινούς, με τους οποίους είχε μιλήσει ο Ραντ, ισχυρίζονταν ότι η πυρπόληση των σιταποθηκών είχε οδηγήσει σε ταραχές και κατόπιν στο θάνατο του Βασιλιά Γκάλντριαν, επομένως και στον εμφύλιο πόλεμο. Άλλοι έλεγαν ότι η δολοφονία του Γκάλντριαν είχε προκαλέσει τις ταραχές και τις φωτιές. Ο Ραντ αμφέβαλλε αν θα μάθαινε ποτέ την αλήθεια ή αν ήταν αλήθεια κάτι από τα δύο.

Υπήρχαν καμένοι όγκοι αραιά σπαρμένοι και στις δύο πλευρές του ποταμού, αλλά κανένας κοντά στην πόλη. Οι Αελίτες ένιωθαν ταραχή —η λέξη φόβος ίσως παραήταν δυνατή για να το περιγράψει― για υδάτινες εκτάσεις, τις οποίες δεν μπορούσαν να περάσουν περπατώντας, όμως ο Κουλάντιν είχε καταφέρει να απλώσει ξύλινους διαδρόμους από επιπλέοντες κορμούς δένδρων στον Αλγκουένυα, πάνω και κάτω από την Καιρχίν, με αρκετούς άνδρες να τους φυλάνε, για να μην τους κόψει κάποιος. Από κει και μετά, το λόγο είχαν τα φλεγόμενα βέλη. Μόνο ποντίκια και πουλιά μπορούσαν να μπουν ή να βγουν από την Καιρχίν χωρίς την άδεια του Κουλάντιν.

Οι λόφοι γύρω από την πόλη δεν μαρτυρούσαν πολλά ίχνη πολιορκητικού στρατού. Εδώ κι εκεί υπήρχαν όρνια που χτυπούσαν τα φτερά τους, δίχως αμφιβολία απολαμβάνοντας τα υπολείμματα κάποιων που είχαν αποπειραθεί να ξεφύγουν, όμως δεν φαινόταν κανένας Σάιντο. Οι Αελίτες σπάνια φαίνονταν όταν δεν ήθελαν να τους δεις.