Выбрать главу

Μια στιγμή. Ο Ραντ έστρεψε το κιάλι σε μια άδενδρη λοφοκορφή περίπου ένα μίλι από τα τείχη. Σε μια ομάδα ανθρώπων. Δεν διέκρινε πρόσωπα, ούτε πολλά άλλα εκτός του ότι φορούσαν το καντιν’σόρ. Κάτι ακόμα. Ένας απ’ αυτούς τους άνδρες είχε γυμνά τα μπράτσα. Ο Κουλάντιν. Σίγουρα ήταν φαντασία του, όμως του φαινόταν ότι όταν ο Κουλάντιν περπατούσε, ο Ραντ έβλεπε το φως του ήλιου να αστράφτει στις μεταλλικές φολίδες που κύκλωναν τους πήχεις του άλλου σε απομίμηση των δικών του. Ο Ασμόντιαν τις είχε βάλει εκεί. Ήταν μια απόπειρα να αποσπάσει την προσοχή του Ραντ, να τον απασχολήσει, όσο ο Ασμόντιαν θα προωθούσε τα σχέδιά του —όμως, χωρίς αυτές, πόσα γεγονότα θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά; Σίγουρα, πάντως, δεν θα στεκόταν τώρα σ’ αυτόν τον πύργο, παρακολουθώντας μια πολιορκημένη πόλη και περιμένοντας μάχη.

Ξαφνικά, κάτι έσχισε τον αέρα σε κείνο το μακρινό λόφο, κάτι απροσδιόριστο και θολό, και δύο από τους άνδρες εκεί πάνω σωριάστηκαν σφαδάζοντας. Κοιτώντας τους άνδρες που είχαν πέσει, οι οποίοι έμοιαζαν να έχουν καρφωθεί από το ίδιο δόρυ, ο Κουλάντιν και οι άλλοι έμοιαζαν αποσβολωμένοι σαν τον Ραντ. Ο Ραντ γύρισε το κιάλι και έψαξε να βρει εκείνον που είχε πετάξει το δόρυ με τόση δύναμη. Πρέπει να ήταν γενναίος —και ανόητος― για να έχει πλησιάσει τόσο κοντά. Ο Ραντ γρήγορα πλάτυνε το πεδίο της έρευνάς του, πέρα από το πιθανό βεληνεκές ενός ανθρώπινου χεριού. Είχε αρχίσει να σκέφτεται τους Ογκιρανούς —δεν ήταν πιθανό· ήθελε πολλή δουλειά για να κεντρίσεις έναν Ογκιρανό τόσο, που να καταφύγει στη βία― όταν άλλη μια θολή εικόνα τράβηξε το βλέμμα του.

Ξαφνιασμένος, σχεδόν ορθώθηκε προτού ξαναστρέψει το κιάλι στα τείχη της Καιρχίν. Το δόρυ —ή ό,τι άλλο ήταν― είχε έρθει από εκεί. Ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Το πώς ήταν άλλη υπόθεση. Από αυτή την απόσταση, μόλις που διέκρινε πού και πού κάποιον να κινείται στα τείχη ή σε κανέναν πύργο.

Ο Ραντ σήκωσε το κεφάλι και είδε τον Ρούαρκ να αφήνει το άλλο κιάλι, παραχωρώντας τη θέση του στον Χαν. Αυτός ήταν ο αποκλειστικός λόγος για τον πύργο και τα κιάλια. Οι ανιχνευτές έφερναν νέα για τον τρόπο που είχαν αναπτυχθεί οι Σάιντο, αλλά έτσι οι αρχηγοί μπορούσαν να δουν με τα ίδια τους τα μάτια το έδαφος στο οποίο θα έδιναν τη μάχη. Είχαν ήδη καταστρώσει όλοι μαζί ένα σχέδιο, όμως δεν θα ήταν χαμένος χρόνος να ξανάριχναν μια ματιά ακόμα. Ο Ραντ δεν ήξερε πολλά από μάχες, όμως ο Λαν πίστευε ότι ήταν καλό το σχέδιο που είχαν κάνει. Τουλάχιστον ο Ραντ δεν ήξερε πολλά με το δικό του μυαλό· μερικές φορές τρύπωναν εκεί άλλες αναμνήσεις, και τότε έμοιαζε να ξέρει περισσότερα απ’ όσα ήθελε.

«Το είδες; Αυτά τα... δόρατα;»

Ο Ρούαρκ φαινόταν μπερδεμένος σαν τον Ραντ, όμως ο Αελίτης ένευσε. «Το τελευταίο πέτυχε ακόμα έναν Σάιντο, όμως σύρθηκε και απομακρύνθηκε. Το κακό είναι ότι δεν πέτυχε τον Κουλάντιν». Έδιεξε το κιάλι και ο Ραντ τον άφησε να πάρει τη θέση του.

Ήταν πράγματι τόσο κακή τύχη; Ο θάνατος του Κουλάντιν δεν θα έδινε τέλος σ’ αυτό που απειλούσε την Καιρχίν και όχι μόνο αυτήν. Τώρα που οι Σάιντο είχαν διαβεί το Δρακότειχος, δεν θα γυρνούσαν μόνο και μόνο αν πέθαινε ο άνθρωπος τον οποίο θεωρούσαν ως τον αληθινό Καρ’α’κάρν. Μπορεί να τους τάραζε, αλλά όχι τόσο. Και ύστερα απ’ όσα είχε δει ο Ραντ, δεν πίστευε ότι ο Κουλάντιν δικαιούταν να γλιτώσει τόσο εύκολα. Μπορώ να γίνω όσο σκληρός χρειαστεί, σκέφτηκε, χαϊδεύοντας τη λαβή του σπαθιού του. Γι’ αυτόν, μπορώ.

42

Πριν από το Βέλος

Το ταβάνι της σκηνής πρέπει να ήταν το πιο βαρετό θέαμα στον κόσμο, όμως έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος με το πουκάμισο στα μαξιλαράκια με τις πορφυρές φούντες της Μελίντρα, ο Ματ κοίταζε με προσήλωση το γκριζοκαφέ ύφασμα. Ή μάλλον, κοίταζε παραπέρα. Είχε το ένα χέρι κουλουριασμένο πίσω από το κεφάλι του και με το άλλο στριφογυρνούσε ένα κύπελλο από σφυρηλατημένο ασήμι, γεμάτο καλό κρασί από τα νότια της Καιρχίν. Ένα μικρό βαρελάκι τού είχε κοστίσει όσο θα κόστιζαν δύο καλά άλογα —όσο θα κόστιζαν δύο καλά άλογα, αν ο κόσμος και τα πάντα εντός του δεν είχαν έρθει τα πάνω-κάτω― αλλά το θεωρούσε μικρό αντίτιμο για ένα αξιοπρεπές κρασί. Πού και πού, μια-δυο σταγόνες τού πιτσίλιζαν το χέρι, όμως αυτός δεν το πρόσεχε και δεν έπινε ούτε γουλιά.

Κατά την άποψη του, η κατάσταση εδώ και καιρό είχε γίνει παραπάνω από σοβαρή. Σοβαρό ήταν να έχεις κολλήσει στην Ερημιά δίχως να έχεις ιδέα πώς να ξεφύγεις. Σοβαρό ήταν να ξεπηδούν Σκοτεινόφιλοι εκεί που δεν το περιμένεις, επιθέσεις Τρόλοκ νυχτιάτικα, και κάποιος Μυρντράαλ να σου παγώνει το αίμα με το ανόφθαλμο βλέμμα του. Αυτά τα πράγματα έρχονταν γρήγορα, και συνήθως τελείωναν προτού το πάρεις χαμπάρι. Δεν ήταν κάτι που θα το επιδίωκες, αλλά, αν ήταν ανάγκη, θα το άντεχες, εφόσον επιζούσες. Αλλά εδώ και μέρες ήξερε προς τα πού κατευθύνονταν και γιατί. Δεν υπήρχε καμία βιασύνη σε αυτό. Μέρες για να σκεφτεί.