Δεν είμαι ήρωας, που να καεί, σκέφτηκε βλοσυρά, ούτε και στρατιώτης. Έπνιξε με λύσσα μια ανάμνηση, με τον ίδιο να περπατάει σε τείχη φρουρίου, στέλνοντας τις τελευταίες εφεδρείες του στο μέρος που είχαν ξεφυτρώσει κι άλλες σκάλες των Τρόλοκ. Δεν ήμουν εγώ αυτός, που να τον κάψει το Φως, όποιος κι αν ήταν! Είμαι... Ο Ματ δεν ήξερε τι ήταν —μια δυσάρεστη σκέψη― μα ό,τι κι αν ήταν, είχε κάτι να κάνει με τζόγο και καπηλειά, γυναίκες και χορό. Γι’ αυτό ήταν σίγουρος. Είχε να κάνει μ’ ένα καλό άλογο και όλους τους δρόμους του κόσμου μπροστά του για να διαλέξει, κι όχι με το να κάθεται και να περιμένει κάποιον να του ρίξει βέλη ή να τον καρφώσει με σπαθί ή να του χώσει ένα δόρυ στα πλευρά. Οτιδήποτε άλλο θα σήμαινε ότι ήταν ηλίθιος, και δεν ήθελε το ήθελε αυτό, ούτε για τον Ραντ, ούτε για τη Μουαραίν, ούτε για κανέναν άλλο.
Όταν ανακάθισε, το ασημένιο μενταγιόν με την αλεπουδοκεφαλή, που κρεμόταν από ένα δερμάτινο κορδόνι, γλίστρησε από τον ανοιγμένο λαιμό του πουκάμισού του. Το ξανάχωσε στη θέση του προτού πιει λίγο κρασί ακόμα. Το μενταγιόν τον προστάτευε από τη Μουαραίν κι από τις άλλες Άες Σεντάι, αρκεί να μην του το έπαιρναν —σίγουρα θα ερχόταν η στιγμή που κάποια απ’ αυτές θα δοκίμαζε να του το πάρει― όμως μόνο το μυαλό του τον προστάτευε για να μην τον σκοτώσει ένας ηλίθιος μαζί με λίγες χιλιάδες άλλους ηλίθιους. Κι από τον Ραντ επίσης, κι από το ότι ήταν τα’βίρεν.
Κανονικά έπρεπε να βρεις τρόπο να επωφεληθείς από κάτι τέτοιο, από τα γεγονότα που μεταβάλλονταν γύρω σου. Ο Ραντ βέβαια το είχε κάνει, κατά κάποιον τρόπο. Ο ίδιος δεν είχε δει να μεταβάλλεται τίποτα γύρω του, παρά μόνο το πώς έπεφταν τα ζάρια. Δεν μπορούσε να ξεχάσει τα πράγματα που συνέβαιναν στους τα’βίρεν των παραμυθιών. Πλούτος και φήμη έπεφταν στις τσέπες τους σαν ουρανοκατέβατα· οι άνδρες που ήθελαν να τους σκοτώσουν, αποφάσιζαν αντιθέτως να τους ακολουθήσουν, και οι γυναίκες που ήταν πάγος, έλιωναν.
Όχι ότι παραπονιόταν γι’ αυτά που είχε. Και, οπωσδήποτε, δεν ήθελε κάτι σαν το μοιράδι του Ραντ· το αντίτιμα για να μπεις στο παιχνίδι εκείνο παραήταν υψηλό. Απλώς του φαινόταν ότι είχε φορτωθεί όλα τα άσχημα του να είσαι τα’βίρεν και καμία από τις ηδονές.
«Είναι ώρα να πηγαίνω», είπε στην άδεια σκηνή και μετά κοντοστάθηκε σκεφτικός και ήπιε από το κύπελλο. «Είναι ώρα να ανέβω στον Πιπς και να ξεκινήσω. Να πάω στο Κάεμλυν, ίσως». Δεν ήταν άσχημη πόλη, αρκεί να απέφευγε το Βασιλικό Παλάτι. «Ή στο Λάγκαρντ». Είχε ακούσει φήμες για το Λάγκαρντ. Καλό μέρος για τους όμοιους του, «Ώρα να φάει ο Ραντ τη σκόνη μου. Έχει ολόκληρο στρατό Αελιτών, που να καεί, και αναρίθμητες Κόρες να τον περιποιούνται. Δεν με χρειάζεται».
Αυτό το τελευταίο δεν ήταν εντελώς αληθές. Κατά κάποιον παράξενο τρόπο, ήταν δεμένος με την επιτυχία ή με την αποτυχία του Ραντ στην Τάρμον Γκάι’ντον, τόσο ο ίδιος όσο και ο Πέριν, τρεις τα’βίρεν μπλεγμένοι μεταξύ τους. Όταν γραφόταν η ιστορία, πιθανότατα θα μνημόνευε μόνο τον Ραντ. Ήταν ελάχιστη η πιθανότητα ότι είτε ο ίδιος είτε ο Πέριν θα έβρισκαν μια θέση στις αφηγήσεις. Κι έπειτα, ήταν και το Κέρας του Βαλίρ. Αυτό δεν ήθελε να το σκεφτεί, και δεν θα το σκεφτόταν. Παρά μόνο αν ήταν αναγκασμένος. Ίσως όμως έβρισκε τρόπο να ξεφύγει από αυτό το συγκεκριμένο μπέρδεμα. Απ’ όποια μεριά και να το κοίταζες, το Κέρας ήταν πρόβλημα για μια άλλη μέρα. Μια μακρινή μέρα. Με λίγη τύχη, όλοι αυτοί οι λογαριασμοί θα έπρεπε να πληρωθούν μια πολύ μακρινή μέρα. Μόνο που ίσως αυτό ήθελε περισσότερη τύχη απ’ όση είχε ο Ματ.
Το θέμα τώρα ήταν ότι είχε πει τόσα για τ’ ότι θα έφευγε, και δεν είχε νιώσει την παραμικρή σουβλιά. Πριν από λίγο μόλις καιρό, δεν μπορούσε ούτε καν να μιλήσει για αναχώρηση· όταν απομακρυνόταν πολύ από τον Ραντ, ξανατραβιόταν πίσω σαν αγκιστρωμένο ψάρι σε αόρατη πετονιά. Και μετά είχε αποκτήσει την ικανότητα να το λέει, ακόμα και να καταστρώνει σχέδια, αλλά του αποσπούσε την προσοχή ακόμα και το παραμικρό και τον έκανε να αναβάλει το σχέδιό του να το σκάσει κρυφά. Ακόμα και στο Ρουίντιαν, όταν είχε πει στον Ραντ ότι θα έφευγε, ήταν σίγουρος πως κάτι θα έμπαινε στη μέση. Κι έτσι είχε γίνει, κατά κάποιον τρόπο· ο Ματ είχε φύγει από την Ερημιά, αλλά δεν βρισκόταν πιο μακριά από τον Ραντ απ’ όσο πριν. Αυτή τη φορά, τίποτα δεν θα τον έκανε να λοξοδρομήσει.
«Δεν σημαίνει ότι τον εγκαταλείπω», μουρμούρισε. «Αν δεν έχει μάθει να τα βγάζει πέρα μόνος του ως τώρα, δεν θα το μάθει ποτέ. Δεν είμαι η νταντά του, που να καεί».