Выбрать главу

Άδειασε το κύπελλο, έβαλε το πράσινο σακάκι του, τακτοποίησε τα μαχαίρια του στις κρυψώνες τους, φόρεσε ένα σκουροκίτρινο μεταξωτό μαντήλι με τρόπο που να κρύβει την ουλή που του είχε αφήσει η κρεμάλα στο λαιμό, άρπαξε το καπέλο και βγήκε έξω.

Μετά τη σχετικά δροσερή σκιά μέσα στη σκηνή, η ζέστη τον χτύπησε στο πρόσωπο. Δεν ήξερε πώς άλλαζαν οι εποχές εδώ, αλλά το καλοκαίρι παρατραβούσε για τα γούστα του. Ένα πράγμα που ανυπομονούσε να βρει αφήνοντας την Ερημιά ήταν ο ερχομός του φθινοπώρου. Λίγη δροσιά. Σ’ αυτό είχε ατυχήσει. Τουλάχιστον ο φαρδύς γύρος του καπέλου έδιωχνε τον ήλιο.

Το λοφώδες Καιρχινό δάσος ήταν αξιολύπητο, πιο πολλά ήταν τα ξέφωτα παρά τα δένδρα, που τα μισά ξεραίνονταν στην ανομβρία. Δεν συγκρίνονταν με το Δυτικό Δάσος στην πατρίδα. Παντού υπήρχαν κοντές Αελίτικες σκηνές, αν και από μακριά έμοιαζαν με στοίβες από ξερά φύλλα ή με σωρούς από χώμα, εκτός αν ήταν ανοιχτά τα πλαϊνά τους, και ακόμα και τότε δύσκολα τις διέκρινες. Οι Αελίτες που πηγαινοέρχονταν στις δουλειές τους δεν του έριξαν δεύτερη ματιά.

Από ένα λοφίσκο εκεί που διέσχιζε το στρατόπεδο, το μάτι του έπιασε τις άμαξες του Καντίρ, βαλμένες όλες σε κύκλο, ενώ οι αμαξάδες ξάπλωναν στις σκιές τους και ο πραματευτής ήταν άφαντος. Ο Καντίρ κλεινόταν ολοένα και περισσότερο στην άμαξά του και ξεμύτιζε σπάνια, εκτός από τις φορές που ερχόταν η Μουαραίν για να επιθεωρήσει τα φορτία. Οι Αελίτες που κύκλωναν τις άμαξες, μικρές ομάδες με δόρατα και στρογγυλές ασπίδες, τόξα και φαρέτρες, δεν προσποιούνταν ότι ήταν κάτι άλλο εκτός από φρουροί. Η Μουαραίν πρέπει να νόμιζε ότι ο Καντίρ ή κάποιοι από τους ανθρώπους του ίσως προσπαθούσαν να το σκάσουν με αυτά που είχε φέρει μαζί της από το Ρουίντιαν. Ο Ματ αναρωτιόταν αν ο Ραντ συνειδητοποιούσε ότι της έδινε ό,τι του ζητούσε. Για ένα διάστημα, ο Ματ είχε πιστέψει ότι ο Ραντ είχε πάρει το πάνω χέρι, όμως τώρα πια δεν ήταν σίγουρος για κάτι τέτοιο, έστω κι αν η Μουαραίν μόνο που δεν έκλινε το γόνυ και δεν έφερνε την πίπα του Ραντ.

Η σκηνή του Ραντ ήταν σε μια λοφοπλαγιά μόνη της, φυσικά, με κείνο το κόκκινο λάβαρο σε ένα κοντάρι μπροστά της. Κυμάτιζε στην απαλή αύρα, και μερικές φορές απλωνόταν τόσο, που έδειχνε τον ασπρόμαυρο δίσκο. Εκείνο το πράγμα προκαλούσε στον Ματ ανατριχίλα, όπως και το Λάβαρο του Δράκοντα τότε. Αν προσπαθούσες να αποφύγεις το μπλέξιμο με τις Άες Σεντάι, κάτι που μόνο ένας ηλίθιος θα ήθελε, τότε το τελευταίο που έπρεπε να κάνεις ήταν να επιδεικνύεις αυτό το σύμβολο.

Οι πλαγιές του λόφου ήταν γυμνές, όμως οι σκηνές που είχαν οι Κόρες κύκλωναν τη ρίζα του λόφου, απλώνονταν στα δένδρα που αγκάλιαζαν τις πλαγιές και κατηφόριζαν από την άλλη πλευρά. Κι αυτό επίσης ήταν κάτι συνηθισμένο, όπως και το στρατόπεδο των Σοφών εντός του στρατοπέδου των Φαρ Ντάραϊς Μάι, με δεκάδες κοντές σκηνές, μια ανάσα δρόμο από τον λόφο του Ραντ, με τους λευκοντυμένους γκαϊ’σάιν να τρέχουν πέρα-δώθε.

Ελάχιστες Σοφές φαίνονταν, όμως αντιστάθμιζαν το αριθμητικό τους υστέρημα με τα βλέμματά τους, που τον ακολουθούσαν. Δεν είχε ιδέα πόσες σ’ αυτή την παρέα μπορούσαν να διαβιβάζουν, αλλά με τα βλέμματα τους ήξεραν να σε ζυγιάζουν και σε μετρούν καλύτερα κι από τις Άες Σεντάι. Ο Ματ τάχυνε το βήμα, βάζοντας τα δυνατά του να μην σηκώσει αμήχανα τους ώμους· ένιωθε εκείνα τα μάτια στην πλάτη του σαν να τον κέντριζαν με ραβδί. Και θα έπρεπε βγαίνοντας να ξαναπεράσει αυτή τη δοκιμασία. Τέλος πάντων, μερικά λόγια με τον Ραντ και θα ήταν η τελευταία φορά που θα την περνούσε.

Όμως, όταν έβγαλε το καπέλο και χώθηκε στη σκηνή του Ραντ, δεν ήταν εκεί κανείς εκτός από τον Νατάελ, που ήταν αραγμένος στα μαξιλαράκια, με ένα χρυσό κύπελλο στο χέρι και την επιχρυσωμένη και σκαλισμένη σε σχήμα δράκοντα άρπα του στηριγμένη στο γόνατο.

Ο Ματ έκανε μια γκριμάτσα και βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του. Έπρεπε να το είχε καταλάβει. Αν ήταν εκεί ο Ραντ, θα είχε περάσει από τον κύκλο που θα σχημάτιζαν οι Κόρες γύρω από τη σκηνή. Μάλλον θα είχε πάει σε κείνον τον καινούριο πύργο. Να μια καλή ιδέα. Μάθε το έδαφος. Ήταν ο δεύτερος κανόνας, μετά από το «μάθε τον εχθρό σου», και δεν ήταν εύκολο να διαλέξεις ποιος ήταν καλύτερος.

Η σκέψη τον έκανε να στραβώσει το στόμα του. Αυτοί οι κανόνες προέρχονταν από τις αναμνήσεις άλλων ανθρώπων· οι μόνοι κανόνες που ήθελε να θυμάται ο ίδιος ήταν «ποτέ μην φιλάς κοπέλα που οι αδελφοί της έχουν ουλές από μαχαίρια» και «ποτέ μην στοιχηματίζεις, αν δεν υπάρχει πίσω πόρτα». Σχεδόν ευχόταν οι αναμνήσεις των άλλων ανθρώπων να ήταν ακόμα ξεχωριστοί όγκοι στο μυαλό του αντί να στάζουν στις σκέψεις του εκεί που δεν το περίμενε.

«Έχεις ξινίλα στο στομάχι;» ρώτησε τεμπέλικα ο Νατάελ. «Ίσως καμιά Σοφή να έχει κάποια ρίζα να το γιατρέψει. Ή ίσως μπορείς να ρωτήσεις τη Μουαραίν».