Ο Ματ δεν τον συμπαθούσε· αυτός ο άνθρωπος πάντα έδειχνε να σκέφτεται ένα αστείο, το οποίο δεν ήθελε να μοιραστεί μαζί σου. Και πάντα έμοιαζε να έχει τρεις υπηρέτες να του περιποιούνται τα ρούχα. Είχε τόσες χιονόλευκες δαντέλες στο γιακά και στα μανικέτια, που πάντα έμοιαζαν φρεσκοσιδερωμένες. Και δεν έδειχνε να ιδρώνει ποτέ του. Γιατί άραγε ο Ραντ τον ήθελε κοντά του, ήταν μυστήριο. Σχεδόν ποτέ δεν έπαιζε κάτι ευχάριστο με κείνη την άρπα. «Θα αργήσει να γυρίσει;»
Ο Νατάελ σήκωσε τους ώμους. «Όταν κρίνει αυτός. Μπορεί να έρθει νωρίς, μπορεί αργά. Κανένας δεν πιέζει τον Άρχοντα Δράκοντα. Εκτός ίσως από κάποιες γυναίκες». Να το πάλι, εκείνο το μυστικοπαθές χαμόγελο. Λιγάκι ζοφερό αυτή τη φορά.
«Θα περιμένω». Ήθελε να το κάνει αυτό και να τελειώνει. Πολλές φορές είχε βρει τον εαυτό του να αναβάλλει την αναχώρησή του.
Ο Νατάελ ήπιε το κρασί του, κοιτώντας τον εξεταστικά πάνω από το χείλος του κυπέλλου.
Ήταν ενοχλητικό, όταν η Μουαραίν και οι Σοφές τον κοίταζαν έτσι σιωπηλά, ερευνητικά —μερικές φορές έκανε το ίδιο και η Εγκουέν· είχε αλλάξει, ήταν μισή Σοφή και μισή Άες Σεντάι― αλλά από τον βάρδο του Ραντ, αυτή η ματιά τον εκνεύριζε. Το πιο ωραίο τώρα που θα έφευγε ήταν που κανένας πια δεν θα τον κοίταζε με τέτοιο ύφος, σαν να του έλεγε ότι ήδη ήξερε αν τα ασπρόρουχά του ήταν καθαρά και ότι σε ένα λεπτό θα ήξερε και τι σκεφτόταν.
Δυο χάρτες ήταν απλωμένοι κοντά στο λάκκο που είχαν σκάψει για τη φωτιά. Ο ένας, αντιγραμμένος λεπτομερειακά από έναν κουρελιασμένο χάρτη που είχε βρεθεί σε μια μισοκαμένη πόλη, κάλυπτε τη βόρεια Καιρχίν, από τα δυτικά του Αλγκουένυα ως τα μισά της απόστασης για τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου, ενώ ο άλλος, πρόσφατα σχεδιασμένος και πρόχειρος, έδειχνε τη γη γύρω από την πόλη. Και οι δύο ήταν γεμάτοι κομματάκια παπύρου, που τα κρατούσαν πέτρες, για να μην τα πάρει ο αέρας. Αν ήθελε να μείνει εκεί και να αγνοήσει επίσης την ερευνητική ματιά του Νατάελ, η μόνη διέξοδος ήταν να μελετήσει τους χάρτες.
Με τη μύτη της μπότας παραμέρισε μερικές πετρούλες στο χάρτη της πόλης προκειμένου να διαβάσει τι ήταν γραμμένο στους παπύρους. Άθελά του, μόρφασε. Αν οι Αελίτες ανιχνευτές ήξεραν να μετρούν, τότε ο Κουλάντιν είχε κοντά στα εκατόν εξήντα χιλιάδες δόρατα, τους Σάιντο και εκείνους που υποτίθεται ότι είχαν πάει να βρουν τις κοινωνίες τους μεταξύ των Σάιντο. Σκληρός αντίπαλος, και άγριος. Από τον καιρό του Άρτουρ του Γερακόφτερου είχε να φανεί τέτοιος στρατός στην εντεύθεν πλευρά της Ραχοκοκαλιάς του Κόσμου.
Ο δεύτερος χάρτης έδειχνε τις άλλες φυλές που είχαν περάσει το Δρακότειχος. Τώρα όλες ήταν απλωμένες χωριστά σε θέσεις ανάλογα με το πότε είχαν βγει από το Τζανγκάι, μα ήταν τόσο κοντά στις δυνάμεις του Ραντ, που σ’ έβαζαν σε ανησυχία. Ήταν το Σιάντε, το Κοντάρα, το Νταράυν, και το Μιαγκόμα. Συνολικά, είχαν τουλάχιστον όσα δόρατα είχε και ο Κουλάντιν· αν αλήθευε αυτό, τότε δεν είχαν αφήσει πολλούς δικούς τους πίσω. Οι επτά φατρίες με τον Ραντ είχαν σχεδόν τα διπλά και μπορούσαν άνετα να αντιμετωπίσουν ή τον Κουλάντιν ή τις τέσσερις φατρίες. Ή τους μεν ή τους δε. Όχι και τις δύο παρατάξεις, όχι ταυτοχρόνως. Αλλά ίσως ο Ραντ αναγκαζόταν να τις πολεμήσει και τις δύο μαζί.
Η μελαγχολία, όπως την αποκαλούσαν οι Αελίτες, σίγουρα θα επηρέαζε και τους άλλους —ακόμα και τώρα, καθημερινά κάποιοι πετούσαν κάτω τα όπλα κι εξαφανίζονταν― όμως μόνο ένας ανόητος θα πίστευε ότι οι δυνάμεις των άλλων θα λιγόστευαν με ταχύτερο ρυθμό από του Ραντ. Και υπήρχε πάντα το ενδεχόμενο μερικοί απ’
αυτούς να προσχωρούσαν στον Κουλάντιν. Οι Αελίτες δεν πολυμιλούσαν γι’ αυτό κι έκρυβαν την ιδέα, μιλώντας για εκείνους που πήγαιναν να ανταμώσουν τις κοινωνίες τους, αλλά, ακόμα κι έτσι άνδρες και Κόρες, αποφάσιζαν ότι δεν μπορούσαν να δεχθούν τον Ραντ ή αυτά που τους είχε πει για το Άελ. Κάθε πρωί μερικοί ήταν εξαφανισμένοι και δεν άφηναν όλοι τα δόρατα πίσω τους.
«Ωραία κατάσταση, δεν συμφωνείς;»
Ο Ματ σήκωσε απότομα το κεφάλι, ακούγοντας τη φωνή του Λαν, όμως ο Πρόμαχος είχε μπει μονάχος στη σκηνή. «Είπα να ρίξω μια ματιά περιμένοντας. Έρχεται ο Ραντ;»
«Σε λίγο θα είναι μαζί μας». Με τους αντίχειρες αγκιστρωμένους πίσω από το ζωστήρα του σπαθιού του, ο Λαν στάθηκε πλάι στον Ματ, κοιτώντας τον χάρτη. Το πρόσωπό του έλεγε όσα θα έλεγε κι ένα πρόσωπο αγάλματος. «Αύριο θα έχουμε τη μεγαλύτερη μάχη από τον καιρό του Άρτουρ του Γερακόφτερου».
«Έτσι, ε;» Πού ήταν ο Ραντ; Μάλλον ακόμα πάνω σε κείνον τον πύργο, Ίσως και ο ίδιος έπρεπε να πάει εκεί. Μπα, θα κατέληγε να τριγυρνά σ’ όλο το στρατόπεδο, πάντα ένα βήμα πιο πίσω. Ο Ραντ θα ερχόταν εδώ τελικά. Ήθελε να μιλήσει για κάτι εκτός του Κουλάντιν. Αυτή η μάχη δεν είναι δική μου, Δεν το σκάω από κάτι που με αφορά έστω και στο ελάχιστο. «Τι λες γι’ αυτούς;» Έδειξε τα χαρτάκια που συμβόλιζαν το Μιαγκόμα και τους άλλους. «Κανένα νέο για το αν σκοπεύουν να συμπαραταχθούν με τον Ραντ, ή αν απλώς θα κάτσουν να κοιτάνε;»