Выбрать главу

Ξεφύσηξε, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από το χάρτη. «Το ξέρεις καλύτερα από μένα. Αν έστω και μια από αυτές τις τέσσερις φατρίες αποφασίσει να συμπαραταχθεί με τον Κουλάντιν, θα μας χτυπήσουν από πίσω, ενώ εμείς θα έχουμε τα χέρια μας δεμένα πολεμώντας το Σάιντο. Ο Κουλάντιν θα γίνει το αμόνι κι αυτοί το σφυρί, κι εσύ θα ’σαι το καρύδι ανάμεσά τους. Πάρε μόνο τους μισούς δικούς σου για να τα βάλεις με τον Κουλάντιν. Η μάχη θα είναι μεταξύ ίσων, αλλά πρέπει να το δεχθείς». Δεν υπήρχε τίποτα δίκαιο στον πόλεμο. Χτυπούσες τον εχθρό από πίσω, εκεί που δεν το περίμενε, όταν και όπου ήταν πιο αδύναμος. «Ακόμα κι έτσι, θα έχεις ένα πλεονέκτημα. Ο Κουλάντιν έχει ν’ ανησυχεί μην τυχόν επιχειρήσουν έξοδο από την πόλη. Τους άλλους μισούς, τους μοιράζεις στα τρία. Το ένα μέρος θα στριμώξει τον Κουλάντιν προς το ποτάμι, τα άλλα δύο θα τα βάλεις σε απόσταση μερικών μιλίων μεταξύ τους ανάμεσα στην πόλη και στις τέσσερις φατρίες».

«Καλοδουλεμένο», είπε ο Λαν νεύοντας. Το πρόσωπο, που έμοιαζε σμιλεμένο σε μάρμαρο, δεν άλλαξε έκφραση, όμως η φωνή του πήρε μια χροιά επιδοκιμαστική, αν και ανάλαφρα. «Μια φατρία δεν θα κέρδιζε τίποτα επιτιθέμενη σε μια από τις δύο δυνάμεις, ένας λόγος παραπάνω που η άλλη θα μπορούσε να τη χτυπήσει από πίσω. Και για τον ίδιο λόγο, καμία φατρία δεν θα αναμιχθεί μ’ ό,τι θα συμβεί γύρω από την πόλη. Φυσικά, οι τέσσερις θα μπορούσαν να συμμαχήσουν. Δεν είναι πιθανό, αφού δεν το έχουν κάνει ήδη, αλλά, αν το κάνουν, τότε αλλάζουν τα πάντα».

Ο Ματ γέλασε. «Όλα αλλάζουν συνεχώς. Το καλύτερο σχέδιο κρατά μέχρι τη στιγμή που το πρώτο βέλος φεύγει από το τόξο. Αυτό θα ήταν εύκολο να το οργανώσει κι ένα παιδί ακόμα, αν εξαιρέσεις το ότι ο Ιντίριαν και οι άλλοι ακόμα δεν έχουν αποφασίσει τι θα κάνουν. Αν αποφασίσουν όλοι να πάνε με το μέρος του Κουλάντιν, τότε ρίξε τα ζάρια και προσευχήσου, επειδή σίγουρα θα έχει μπει κι ο Σκοτεινός στο παιχνίδι. Τουλάχιστον, θα έχεις αρκετές δυνάμεις σε μεγάλη απόσταση από την πόλη και θα μπορέσουν να τις αντιμετωπίσουν ισάξια. Θα είναι αρκετές, ώστε να τους συγκρατήσουν για όσο διάστημα χρειαστείς. Παράτα την ιδέα να καταδιώξεις τον Κουλάντιν και ρίξε ό,τι έχεις και δεν έχεις στις τέσσερις φατρίες, μόλις ο Κουλάντιν αρχίσει να περνά στ’ αλήθεια τον Γκάελιν. Αλλά πάω στοίχημα ότι θα κάτσουν να βλέπουν, και θα έρθουν μαζί σου, όταν ο Κουλάντιν θα είναι τελειωμένος. Η νίκη προσφέρει το καθοριστικό επιχείρημα στο μυαλό των ανθρώπων».

Η μουσική είχε σταματήσει. Ο Ματ κοίταξε τον Νατάελ και τον είδε να κρατά μουδιασμένα την άρπα του, κοιτώντας τον με πιο σκληρό βλέμμα από ποτέ. Κοίταζε τον Ματ σαν να μην τον είχε ξαναδεί ποτέ του, σαν να μην ήξερε ποιος ήταν. Τα μάτια του βάρδου ήταν από μαύρο αστραφτερό γυαλί, τα δάχτυλα του άσπρα στο επίχρυσο πλαίσιο της άρπας.

Τότε αυτός κατάλαβε τι είχε γίνει, τι έλεγε, τι αναμνήσεις είχε αγκαλιάσει. Μπα, που να καείς, βλάκα, που δεν μετράς τα λόγια σου! Γιατί άραγε είχε στρέψει προς τα κει τη συζήτηση ο Λαν; Δεν μπορούσε να μιλήσει για άλογα, για τον καιρό, δεν μπορούσε να βουλώσει το στόμα του; Ο Πρόμαχος ποτέ άλλοτε δεν είχε δείξει τόση όρεξη για κουβέντα. Συνήθως, μπροστά του, ακόμα και τα δένδρα φάνταζαν ομιλητικά. Φυσικά, και ο ίδιος ο Ματ θα μπορούσε να ήταν πιο συγκεντρωμένος, να κρατούσε το στόμα του κλειστό. Πάλι καλά που δεν φλυαρούσε στην Παλιά Γλώσσα. Μα το αίμα και τις στάχτες, ελπίζω να μην μιλούσα έτσι!

Ο Ματ πετάχτηκε όρθιος, γύρισε να φύγει και αντίκρισε τον Ραντ να στέκεται μέσα στη σκηνή, στρίβοντας αφηρημένα εκείνο το κομμάτι του δόρατος με τη φούντα, σαν να μην αντιλαμβανόταν ότι το κρατούσε. Πόση ώρα στεκόταν εκεί; Δεν είχε σημασία. Ο Ματ τα ξεφούρνισε όλα βιαστικά. «Φεύγω, Ραντ. Όταν ξημερώσει το πρωί, ανεβαίνω στη σέλα και φεύγω. Θα έφευγα αυτή τη στιγμή, αλλά με μισή μέρα ταξίδι δεν θα φτάσω όσο μακριά θέλω. Όταν σταματήσω για τη νύχτα, θέλω να με χωρίζουν από τους Αελίτες —οποιουσδήποτε Αελίτες― όσα περισσότερα μίλια αντέχει να κάνει ο Πιπς». Δεν θα είχε νόημα να σταματήσει τόσο κοντά, που να τον βρουν και να τον κρεμάσουν οι ανιχνευτές κάποιας φατρίας· και ο Κουλάντιν θα πρέπει να διέθετε ανιχνευτές, κι επίσης μπορεί και οι άλλοι να μην τον αναγνώριζαν, προτού του κάρφωναν κανένα δόρυ στο συκώτι.

«Θα λυπηθώ που φεύγεις», είπε ήρεμα ο Ραντ.

«Μην προσπαθήσεις να με μεταπ—» Ο Ματ έπαιξε τα βλέφαρα. «Αυτό είναι όλο; Θα λυπηθείς που φεύγω;»

«Ποτέ δεν προσπάθησα να σε κρατήσω, Ματ. Ο Πέριν έφυγε, όταν έπρεπε να φύγει, το ίδιο μπορείς να κάνεις κι εσύ».

Ο Ματ άνοιξε το στόμα, ύστερα το ξανάκλεισε. Ο Ραντ ποτέ δεν είχε προσπαθήσει να τον κρατήσει, αυτό ήταν αλήθεια. Απλώς το έκανε χωρίς να προσπαθεί. Αλλά τώρα δεν ένιωθε να τον τραβά εκείνη η αίσθηση του τα’βίρεν, δεν υπήρχαν τα αόριστα συναισθήματα ότι έκανε λάθος πράγμα. Ο σκοπός του ήταν σαφής και σταθερός.