«Πού θα πας;»
«Νότια». Όχι πως είχε την ευχέρεια να διαλέξει κατεύθυνση. Οι υπόλοιπες οδηγούσαν στον Γκάελιν, βόρεια του οποίου δεν υπήρχε τίποτα που να τον ενδιαφέρει, ή στους Αελίτες, κάποιοι εκ των οποίων θα τον σκότωναν στα σίγουρα, ενώ κάποιοι άλλοι μπορεί να τον σκότωναν, μπορεί και όχι, ανάλογα με το πόσο κοντά βρισκόταν ο Ραντ και τι είχαν για δείπνο την προηγούμενη νύχτα. Αυτές οι πιθανότητες δεν ήταν ό,τι καλύτερο, όπως το λογάριαζε. «Τουλάχιστον αρχικά. Και μετά, κάπου θα υπάρχει κανένα καπηλειό και κάποια γυναίκα που δεν θα κρατά δόρατα». Η Μελίντρα. Ίσως αυτή αποδεικνυόταν πρόβλημα. Είχε την αίσθηση ότι η Μελίντρα ήταν από τις γυναίκες που δεν αφήνουν κάτι παρά μόνο όταν θέλουν να το αφήσουν. Ε, είτε έτσι είτε αλλιώς, θα την αντιμετώπιζε. Ίσως έφευγε προτού το μάθαινε εκείνη. «Αυτά δεν είναι για μένα, Ραντ. Δεν έχω ιδέα από μάχες και δεν θέλω να ξέρω». Απέφυγε να κοιτάξει τον Λαν και τον Νατάελ, Κιχ να έκανε κάποιος από τους δυο τους, θα του έριχνε μπουνιά στο στόμα. Ακόμα και στον Πρόμαχο. «Το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;»
Το νεύμα του Ραντ ίσως έδειχνε ότι καταλάβαινε. Μπορεί να ήταν έτσι. «Στη θέση σου, θα παρέλειπα να αποχαιρετήσω την Εγκουέν. Δεν ξέρω πια πόσα απ’ αυτά που της λέω μεταφέρονται στη Μουαραίν ή στις Σοφές, ή και σε όλες».
«Κατέληξα σ’ αυτό το συμπέρασμα εδώ και καιρό. Έχει αφήσει πολύ πιο πίσω της το Πεδίο του Έμοντ απ’ όσο εμείς. Και μετανιώνει λιγότερο γι’ αυτό».
«Ίσως», είπε λυπημένα ο Ραντ. «Το Φως να σε φωτίζει, Ματ», πρόσθεσε, απλώνοντας το χέρι του, «και να σου στέλνει ίσιους δρόμους, καλό καιρό κι ευχάριστη παρέα μέχρι να ξανανταμώσουμε».
Αν ήταν στο χέρι του Ματ, κάτι τέτοιο θα αργούσε να γίνει. Ένιωθε κάπως λυπημένος γι’ αυτό και βλάκας, που ήταν λυπημένος, όμως ο άνδρας έπρεπε να κοιτάζει τον εαυτό του. Στο κάτω-κάτω, εκεί κατέληγαν όλα.
Η χειραψία του Ραντ ήταν σκληρή όπως πάντα —η εξάσκηση με το σπαθί απλώς είχε προσθέσει καινούριους κάλους πάνω στους παλαιότερους από το τόξο― αλλά το ανάγλυφο σημάδι του ερωδιού στην παλάμη είχε μια χαρακτηριστική αίσθηση στο χέρι του Ματ. Ήταν απλώς μια μικρή υπενθύμιση, σε περίπτωση που ξεχνούσε τα σημάδια κάτω από τα μανίκια του φίλου του ή τα ακόμα πιο παράξενα πράγματα μέσα στο κεφάλι του, που του επέτρεπαν να διαβιβάζει. Αφού μπορούσε να ξεχάσει ότι ο Ραντ είχε την ικανότητα να διαβιβάζει —και είχε να το σκεφτεί μέρες αυτό· μέρες!― τότε ήταν πια καιρός να φεύγει.
Μερικά ακόμα αμήχανα λόγια, καθώς στέκονταν όρθιοι εκεί —ο Λαν έμοιαζε να τους αγνοεί, και με τα χέρια σταυρωμένα μελετούσε σιωπηλά τους χάρτες, ενώ ο Νατάελ είχε αρχίσει να παίζει αδιάφορα την άρπα του· ο Ματ είχε μουσικό αυτί και γι’ αυτόν η άγνωστη μελωδία είχε μια ειρωνική χροιά· αναρωτήθηκε γιατί άραγε την είχε διαλέξει ο βάρδος― και μερικές ακόμα στιγμές, καθώς οι δυο τους ανέβαλλαν το τέλος, και μετά ο Ματ βρέθηκε έξω. Υπήρχε μαζεμένο πλήθος εκεί, καμιά εκατοστή Κόρες απλωμένες στη λοφοκορφή, περπατώντας στις μύτες των ποδιών κι έτοιμες να λογχίσουν όποιον έβρισκαν, και οι επτά αρχηγοί φατρίας που περίμεναν υπομονετικά και ασάλευτα σαν πέτρα, τρεις Δακρυνοί άρχοντες που προσποιούνταν ότι δεν ίδρωναν και ότι οι Αελίτες δεν υπήρχαν.
Είχε ακούσει για την άφιξη των αρχόντων και μάλιστα είχε πάει να ρίξει μια ματιά στο στρατόπεδό τους —ή μάλλον στα στρατόπεδά τους― αλλά δεν ήταν εκεί κανένας γνωστός του και κανένας που να θέλει να παίξει ζάρια ή χαρτιά. Οι τρεις τώρα τον κοίταζαν από πάνω ως κάτω, σμίγοντας τα φρύδια με απέχθεια, και, όπως φάνηκε, έκριναν ότι δεν ήταν ανώτερος των Αελιτών, δηλαδή πως ήταν ανάξιος προσοχής.
Ο Ματ φόρεσε το καπέλο, κατέβασε το γύρο του χαμηλά στα μάτια και περιεργάστηκε με τη σειρά του ψυχρά τους Δακρυνούς για μια στιγμή. Ανταμείφθηκε βλέποντας την έκδηλη αμηχανία των δύο νεότερων μπροστά στο βλέμμα του, προτού αρχίσει να κατηφορίζει το λόφο. Ο γκριζομάλλης μόλις που έκρυβε την ανυπομονησία του να μπει στη σκηνή του Ραντ, αλλά δεν είχε σημασία. Ο Ματ δεν θα ξανάβλεπε ποτέ κανέναν τους.
Δεν ήξερε γιατί δεν τους είχε αγνοήσει. Μόνο που το βήμα του ήταν πιο ανάλαφρο και ένιωθε μια ζωντάνια μέσα του. Δεν ήταν παράξενο, αφού επιτέλους θα έφευγε την επόμενη μέρα. Τα ζάρια έμοιαζαν να στροβιλίζονται στο νου του, και κανείς δεν ήξερε τι θα έδειχναν όταν έπεφταν. Αυτό ήταν παράξενο. Πρέπει να έφταιγε η Μελίντρα που ανησυχούσε γι’ αυτόν. Ναι. Οπωσδήποτε θα έφευγε νωρίς, αθόρυβα σαν ποντίκι που νυχοπατά σε πούπουλα.
Σφυρίζοντας, το έβαλε για τη σκηνή του. Ποιος ήταν ο σκοπός; Α, ναι. «Χόρεψε με το Φύλακα των Σκιών». Δεν είχε καμία διάθεση να χορέψει με τον θάνατο, αλλά ο σκοπός ήταν εύθυμος, συνέχισε λοιπόν να τον σφυρίζει, καθώς προσπαθούσε να καταστρώσει την καλύτερη διαδρομή για να φύγει από την Καιρχίν.