Выбрать главу

Ο Ραντ έμεινε να ατενίζει τον Ματ πολλή ώρα μετά, αφότου είχε πέσει η πόρτα της σκηνής για να τον κρύψει. «Μόνο αυτό το τελευταίο άκουσα», είπε τελικά. «Όλο έτσι ήταν;»

«Σχεδόν», απάντησε ο Λαν. «Με λίγα μόνο λεπτά, για να μελετήσει τους χάρτες, κατάστρωσε σχεδόν το ίδιο σχέδιο που έφτιαξαν ο Ρούαρκ και οι άλλοι. Είδε τις δυσκολίες και τους κινδύνους, και πώς αντιμετωπίζονται. Ξέρει για μεταλλωρύχους και πολιορκητικές μηχανές, και πώς χρησιμοποιείς το ελαφρύ ιππικό για να παρενοχλήσεις έναν ηττημένο εχθρό».

Ο Ραντ τον κοίταξε. Ο Πρόμαχος δεν φαινόταν ξαφνιασμένος, ούτε μια τρίχα των βλεφάρων του δεν πετάριζε. Φυσικά, αυτός ήταν που είχε πει ότι ο Ματ έμοιαζε να είναι ασυνήθιστα καλός γνώστης των στρατιωτικών θεμάτων. Και ο Λαν δεν θα έκανε την προφανή ερώτηση, κι αυτό ήταν καλό. Ο Ραντ δεν είχε δικαίωμα να δώσει τη σύντομη απάντηση που διέθετε.

Θα μπορούσε να είχε κάνει ο ίδιος μερικές ερωτήσεις. Παραδείγματος χάριν, τι σχέση είχαν οι μεταλλωρύχοι με τις μάχες; Ή ίσως μόνο με τις πολιορκίες. Όποια κι αν ήταν η απάντηση, δεν υπήρχε ορυχείο πιο κοντά από το Εγχειρίδιο του Δράκοντα, και δεν ήταν βέβαιο αν βρισκόταν ακόμα εκεί κάποιος να σκάβει. Ε, τούτη η μάχη θα δινόταν χωρίς αυτούς. Το σημαντικό ήταν πως ήξερε ότι στην άλλη μεριά εκείνης της τερ’ανγκριάλ-πόρτας ο Ματ είχε κερδίσει κάτι παραπάνω από την τάση να ξεφουρνίζει την Παλιά Γλώσσα όταν ήταν αφηρημένος. Και γνωρίζοντας αυτό, ο Ραντ σίγουρα θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει.

Δεν χρειάζεται να γίνεις τόσο σκληρός, σκέφτηκε πικρά. Είχε δει τον Ματ να ανηφορίζει προς τη σκηνή του, και δεν είχε διστάσει να στείλει τον Λαν για να ανακαλύψει τι μπορεί να έβγαινε στην επιφάνεια από μια φιλική, κατ’ ιδίαν κουβεντούλα. Αυτό ήταν εσκεμμένο. Τα υπόλοιπα μπορεί να ήταν, μπορεί και όχι, αλλά θα συνέβαιναν. Έλπιζε να περνούσε καλά ο Ματ ελεύθερος. Έλπιζε να διασκέδαζε ο Πέριν στους Δύο Ποταμούς, να είχε επιδείξει τη Φάιλε στη μητέρα και στις αδελφές του, να την είχε παντρευτεί ίσως. Τα έλπιζε αυτά, επειδή ήξερε ότι θα τους ξανατραβούσε πίσω, ως τα’βίρεν που έλκει τα’βίρεν, και αυτός ήταν ο ισχυρότερος. Η Μουαραίν είχε πει ότι δεν ήταν σύμπτωση να μεγαλώνουν τρεις τέτοιοι στο ίδιο χωριό, σχεδόν συνομήλικοι· ο Τροχός ύφαινε τύχες και συμπτώσεις στο Σχήμα, αλλά δεν εμφάνιζε δίχως λόγο κάποιους σαν αυτούς τους τρεις. Στο τέλος, ο Ραντ θα τραβούσε πάλι κοντά του τους φίλους του, όσο μακριά κι αν πήγαιναν, και, όταν επέστρεφαν, θα τους χρησιμοποιούσε, μ’ όποιον τρόπο μπορούσε. Μ’ όποιον τρόπο αναγκαζόταν να τους χρησιμοποιήσει. Επειδή έπρεπε. Επειδή, ό,τι κι αν έλεγε η Προφητεία του Δράκοντα, ήταν σίγουρος ότι η μοναδική ελπίδα που είχε να νικήσει στην Τάρμον Γκάι’ντον ήταν να είναι οι τρεις τους, τρεις τα’βίρεν δεμένοι από μωρά, δεμένοι μαζί άλλη μια φορά. Όχι, δεν ήταν ανάγκη να γίνει σκληρός. Ήδη είσαι τόσο σκληρός, που κι ένας Σωντσάν θα έκανε εμετό βλέποντάς σε!

«Παίξε την “Προέλαση του Θανάτου”», πρόσταξε με πιο τραχιά φωνή απ’ όσο ήθελε και ο Νατάελ για μια στιγμή τον κοίταξε ανέκφραστα. Ο βάρδος είχε ακούσει τα πάντα. Θα είχε ερωτήσεις, αλλά δεν θα έβρισκε απαντήσεις. Αφού ο Ραντ δεν μπορούσε να πει στον Λαν τα μυστικά του Ματ, δεν θα μπορούσε να τα φανερώσει σε έναν Αποδιωγμένο, όσο εξημερωμένος κι αν φαινόταν. Αυτή τη φορά, έκανε σκόπιμα τον τόνο του σκληρό κι έδειξε τον Νατάελ με το κομμάτι του δόρατος. «Παίξ’ το, εκτός αν ξέρεις κανένα πιο λυπητερό. Παίξε κάτι που να κάνει τη δική σου ψυχή να κλάψει. Αν έχεις ακόμα ψυχή».

Ο Νατάελ του έριξε ένα φιλοφρονητικό βλέμμα και υποκλίθηκε καθιστός, όμως τα μάτια του πάγωσαν. Ήταν πράγματι η «Προέλαση του Θανάτου» αυτό που άρχισε να παίζει, όμως στην άρπα του είχε μια αίσθηση πιο αιχμηρή από κάθε άλλη φορά, ήταν ένα μοιρολόγι, ένας θρήνος, που σίγουρα θα έκανε κάθε ψυχή να κλάψει. Ο Νατάελ είχε καρφώσει το βλέμμα στον Ραντ, σαν να έλπιζε να δει κάποια επίδραση.

Ο Ραντ γύρισε και απλώθηκε στα χαλιά, με το κεφάλι στους χάρτες και ένα χρυσοκόκκινο μαξιλαράκι κάτω από τον αγκώνα του. «Λαν, μπορείς να ζητήσεις από τους άλλους να έρθουν τώρα;»

Ο Πρόμαχος έκανε μια υπόκλιση όλο επισημότητα προτού βγει έξω. Ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό, όμως ο Ραντ, αφηρημένος, δεν έδωσε ιδιαίτερη προσοχή.

Η μάχη θα άρχισε την επόμενη μέρα. Το ότι είχε βοηθήσει τον Ρούαρκ και τους άλλους να καταστρώσουν τα σχέδια ήταν ένα ευγενικό μύθευμα. Διέθετε αρκετή εξυπνάδα, ώστε να καταλαβαίνει πότε αγνοούσε κάτι, και, παρά τις τόσες συζητήσεις του με τον Λαν και τον Ρούαρκ, ήξερε ότι δεν ήταν έτοιμος. Έχω καταστρώσει σχέδια για εκατό μάχες σαν κι αυτήν ή και μεγαλύτερες κι έχω δώσει οδηγίες που οδήγησαν σε δεκαπλάσιες από αυτές. Δεν ήταν δική του η σκέψη. Ο Λουζ Θέριν γνώριζε από πόλεμο —είχε γνωρίσει τον πόλεμο― αλλά ο Ραντ αλ’Θόρ όχι, και αυτός ήταν τώρα. Άκουγε, έκανε ερωτήσεις ― κι ένευε, λες και καταλάβαινε όταν έλεγαν πως κάτι έπρεπε να γίνει μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο. Μερικές φορές όντως καταλάβαινε κι ευχόταν να μην είχε καταλάβει, επειδή ήξερε πώς το είχε καταλάβει. Η μόνη αληθινή συνεισφορά του ήταν όταν είχε πει ότι ο Κουλάντιν έπρεπε να ηττηθεί δίχως να καταστραφεί η πόλη. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η συνάντηση θα πρόσθετε το πολύ-πολύ μερικές πινελιές σ’ όσα είχαν ήδη αποφασιστεί. Ο Ματ θα είχε αποδειχθεί χρήσιμος, με τις καινούριες γνώσεις του.