Οι σκέψεις που τον είχαν κρατήσει ξύπνιο να ατενίζει το σκοτάδι κλωθογύριζαν ακόμα στο κεφάλι του. Σήμερα θα πέθαιναν άνθρωποι. Πολλοί άνθρωποι, ακόμα κι αν όλα πήγαιναν τέλεια. Ό,τι κι αν έκανε τώρα, αυτό δεν άλλαζε· η μέρα θα κυλούσε σύμφωνα με το Σχήμα. Αλλά σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν τις αποφάσεις που είχε πάρει από τότε που είχε μπει στην Ερημιά. Θα μπορούσε να είχε κάνει κάτι διαφορετικό, κάτι για να αποφύγει αυτή τη μέρα, αυτό το μέρος; Ίσως την άλλη φορά. Το κομμάτι του δόρατος με τη φούντα ήταν πάνω από τη ζώνη του σπαθιού του και η θηκαρωμένη λεπίδα του πλάι στις κουβέρτες του. Θα υπήρχε κι επόμενη φορά, και άλλη μια μετά, και ακόμα παραπέρα.
Ενώ είχε ακόμα σκοτεινιά, οι αρχηγοί ήρθαν τσούρμο για λίγα τελευταία λόγια, προκειμένου να αναφέρουν ότι οι άνδρες τους ήταν στις θέσεις τους, έτοιμοι. Όχι ότι περίμενε κάτι άλλο. Παρά τα σκληρά τους πρόσωπα, κάποια συναισθήματα φαίνονταν. Ήταν όμως ένα παράξενο μίγμα, ένα πέπλο ευδιαθεσίας πάνω από μια ζοφερή σοβαρότητα.
Ο Έριμ μάλιστα χαμογελούσε λιγάκι. «Καλή μέρα για να δεις το τέλος του Σάιντο», είπε τελικά. Έμοιαζε να περπατά στις μύτες των ποδιών.
«Φωτός θέλοντος», είπε ο Μπάελ, που το κεφάλι του άγγιζε το ταβάνι της σκηνής, «ως το ηλιοβασίλεμα θα έχουμε πλύνει τα δόρατα μας στο αίμα του Κουλάντιν».
«Είναι γρουσουζιά να μιλά κανείς γι’ αυτό θα γίνει», μουρμούρισε ο Χαν. Σ’ αυτόν βέβαια το πέπλο της ευδιαθεσίας ήταν πολύ ψιλό. «Η μοίρα θα αποφασίσει».
Ο Ραντ ένευσε. «Ας δώσει το Φως η απόφασή της να μην είναι πολλοί νεκροί από εμάς». Ευχήθηκε να το είχε πει καθαρά από σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή, η αλήθεια όμως ήταν ότι θα χρειαζόταν και το τελευταίο δόρυ για να επιβάλει την τάξη σ’ αυτή τη μεριά του Δρακοτείχους στις μέρες που θα έρχονταν. Ήταν άλλη μια έριδα που είχε με τον Κουλάντιν.
«Η ζωή είναι ένα όνειρο», του είπε ο Ρούαρκ, και ο Χαν και οι υπόλοιποι συμφώνησαν νεύοντας. Η ζωή ήταν μονάχα ένα όνειρο και όλα τα όνειρα είχαν ένα τέλος. Οι Αελίτες δεν έτρεχαν να αγκαλιάσουν το θάνατο, αλλά και· δεν έτρεχαν να τον αποφύγουν.
Καθώς έφευγαν, ο Μπάελ κοντοστάθηκε. «Είσαι σίγουρος γι’ αυτό που θέλεις να κάνουν οι Κόρες; Η Σούλιν έχει μιλήσει με τις Σοφές».
Να τι γύρευε λοιπόν η Μελαίν από τον Μπάελ. Από τον τρόπο που στάθηκε και ο Ρούαρκ για να ακούσει, φαινόταν ότι και ο ίδιος κάτι είχε ακούσει από την Άμυς γι’ αυτό το θέμα.
«Όλοι οι άλλοι κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν δίχως παράπονα, Μπάελ». Αυτό ήταν άδικο, μα δεν πήγαιναν για παιχνίδι. «Αν οι Κόρες θέλουν ειδική μεταχείριση, ας έρθει σε μένα η Σούλιν, να μην τρέχει στις Σοφές».
Αν ήταν κάτι άλλο εκτός από Αελίτες, ο Ρούαρκ και ο Μπάελ θα κουνούσαν το κεφάλι φεύγοντας. Ο Ραντ φαντάστηκε ότι οι γυναίκες τους θα τους τα έψελναν, αλλά έπρεπε να το αντέξουν. Αν οι Φαρ Ντάραϊς Μάι έφεραν την τιμή του, τότε αυτή τη φορά θα την πήγαιναν εκεί που ήθελε.
Προς έκπληξη του Ραντ, ο Λαν εμφανίστηκε τη στιγμή που ήταν έτοιμος να βγει και ο ίδιος. Ο μανδύας του Πρόμαχου κρεμόταν στην πλάτη του κι ενοχλούσε το βλέμμα καθώς κυμάτιζε.
«Είναι μαζί σου η Μουαραίν;» Ο Ραντ περίμενε πως ο Λαν θα ήταν κολλημένος στο πλάι της.
«Είναι στη σκηνή της και τρώγεται με τα ρούχα της. Δεν θα μπορέσει να Θεραπεύσει όσους πληγωθούν σήμερα, έστω και μόνο τους πιο βαριά λαβωμένους». Αυτό είχε επιλέξει η Μουαραίν για να βοηθήσει· σήμερα δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη Δύναμη σαν όπλο, αλλά μπορούσε να Θεραπεύσει. «Πάντα θυμώνει με τη σπατάλη».
«Όλοι θυμώνουμε μ’ αυτό», είπε απότομα ο Ραντ. Μάλλον την είχε ταράξει και το ότι της είχε πάρει την Εγκουέν. Απ’ όσο μπορούσε να κρίνει ο Ραντ, η Εγκουέν δεν ήταν καλή στη Θεραπεία μόνη της, αλλά κανονικά θα μπορούσε να βοηθήσει τη Μουαραίν. Πάντως, ο Ραντ ήθελε να κρατήσει η Εγκουέν την υπόσχεση της. «Πες στη Μουαραίν ότι, αν χρειαστεί βοήθεια, μπορεί να τη ζητήσει από τις Σοφές που μπορούν να διαβιβάζουν». Όμως ελάχιστες από τις Σοφές είχαν γνώσεις Θεραπείας. «Μπορεί να συνδεθεί μαζί τους και να χρησιμοποιήσει τη σωματική τους δύναμη». Δίστασε. Του είχε μιλήσει ποτέ η Μουαραίν για τη σύνδεση; «Δεν ήρθες εδώ για να μου πεις ότι η Μουαραίν μελαγχόλησε», είπε ευερέθιστα. Μερικές φορές ήταν δύσκολο να μην μπλέκει τι του είχε πει η Μουαραίν, τι ο Ασμόντιαν και τι ανάβλυζε από τον Λουζ Θέριν.
«Ήρθα να ρωτήσω γιατί ξανάρχισες να φοράς σπαθί».
«Η Μουαραίν ήδη το ρώτησε. Μήπως σε έστειλε-;»
Η έκφραση του Λαν δεν άλλαξε, όμως τον διέκοψε τραχιά. «Θέλω να ξέρω. Μπορείς να φτιάξεις σπαθί με τη Δύναμη ή να σκοτώσεις χωρίς σπαθί, αλλά ξαφνικά φοράς ξανά ατσάλι στο πλευρό σου. Γιατί;»