Выбрать главу

Ο Ραντ, ασυναίσθητα, άγγιξε τη μακριά λαβή στη ζώνη του. «Δεν είναι δίκαιο να χρησιμοποιώ έτσι τη Δύναμη. Ειδικά εναντίον κάποιου που δεν μπορεί να διαβιβάσει. Θα ’ταν σαν να πολεμώ με παιδάκι».

Ο Πρόμαχος στάθηκε για λίγο σιωπηλός, κοιτώντας τον εξεταστικά. «Σκοπεύεις να σκοτώσεις τον Κουλάντιν εσύ ο ίδιος», είπε τελικά με ουδέτερη φωνή. «Το σπαθί αυτό ενάντια στα δόρατα του».

«Δεν θα πάω να τον βρω, αλλά ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί;» Ο Ραντ σήκωσε τους ώμους αμήχανα. Δεν θα τον κυνηγούσε. Αλλά, αν τον ευνοούσαν τα γυρίσματα της τύχης, ας τον έφερναν πρόσωπο με τον Κουλάντιν. «Εκτός αυτού, δεν θα παραξενευόμουν, αν με αναζητούσε αυτός. Οι απειλές που άκουσα από τα χείλη του ήταν προσωπικές, Λαν». Ύψωσε μια γροθιά κι έβγαλε το χέρι από το πορφυρό μανίκι του σακακιού τόσο, ώστε να φανεί καθαρά ο Δράκοντας με τη χρυσή χαίτη. «Ο Κουλάντιν δεν θα ησυχάσει όσο ζω, όσο τους φοράμε αυτούς και οι δύο».

Και η αλήθεια ήταν ότι ούτε ο ίδιος θα ησύχαζε, προτού μείνει μονάχα ένας εν ζωή που να φέρει τους Δράκοντες. Το σωστό θα ήταν να κάνει στον Ασμόντιαν ό,τι και στον Κουλάντιν. Ο Ασμόντιαν είχε σημαδέψει τον Σάιντο. Αλλά η αχαλίνωτη φιλοδοξία του Κουλάντιν του είχε προσφέρει τον τρόπο· η φιλοδοξία, και η άρνηση του να υπακούσει στα έθιμα και τους νόμους των Αελιτών είχαν οδηγήσει αναπόφευκτα σ’ αυτό το μέρος, σ’ αυτή τη μέρα. Πέρα από τη μελαγχολία και από τον πόλεμο μεταξύ των Αελιτών, υπήρχε και το Τάιεν, για το οποίο έφταιγε ο Κουλάντιν, και το Σέλεαν, και δεκάδες κατεστραμμένες πόλεις και χωριά από τότε, και εκατοντάδες καμένες φάρμες. Άταφοι άνδρες και γυναίκες και παιδιά έτρεφαν τα όρνια. Αν ο Ραντ ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας, αν είχε δικαίωμα να ζητήσει από οποιοδήποτε έθνος να τον ακολουθήσει, πολύ περισσότερο από την Καιρχίν, τότε τους χρωστούσε δικαιοσύνη.

«Τότε, βάλε να τον αποκεφαλίσουν όταν τον πιάσουν», είπε τραχιά ο Λαν. «Βάλε εκατό άνδρες ή χίλιους, με μοναδικό σκοπό να τον βρουν και να τον πιάσουν. Αλλά μην είσαι τόσο βλάκας που να τον πολεμήσεις! Είσαι καλός με τη λεπίδα τώρα πια —πολύ καλός― αλλά οι Αελίτες σχεδόν γεννιούνται με το δόρυ και την ασπίδα στο χέρι. Ένα δόρυ στην καρδιά, κι όλα αυτά θα πάνε χαμένα».

«Άρα πρέπει να αποφύγω τη μάχη; Θα την απέφευγες εσύ, αν δεν σου το επέβαλλε η κατάσταση με τη Μουαραίν; Θα την αποφύγουν ο Ρούαρκ, ο Μπάελ, κάποιος απ’ αυτούς;»

«Δεν είμαι εγώ ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Η μοίρα του κόσμου δεν βαραίνει τους δικούς μου ώμους». Όμως η στιγμιαία θέρμη είχε χαθεί από τη φωνή του. Δίχως τη Μουαραίν, θα πήγαινε όπου είχε ανάψει για τα καλά η μάχη. Αν μη τι άλλο, έμοιαζε να μετανιώνει για την κατάσταση με τη Μουαραίν.

«Δεν θα ρισκάρω αψήφιστα, Λαν, αλλά δεν μπορώ να αποφύγω τελείως το ρίσκο». Το Σωντσανό δόρυ σήμερα θα έμενε στη σκηνή· απλώς θα τον εμπόδιζε, αν έβρισκε τον Κουλάντιν. «Έλα. Αν μείνουμε πολύ ακόμα εδώ, οι Αελίτες θα τελειώσουν τη μάχη δίχως εμάς».

Όταν βγήκε έξω, λίγα μόνο άστρα παρέμεναν, και μια λεπτή λάμψη τόνιζε έντονα τον ορίζοντα στ’ ανατολικά. Δεν σταμάτησε γι’ αυτό όμως, όπως κι ο Λαν μαζί του. Οι Κόρες είχαν σχηματίσει δαχτυλίδι γύρω από τη σκηνή, κολλητά ώμο με ώμο, κοιτάζοντας προς τα μέσα. Ένα χοντρό δαχτυλίδι που απλωνόταν στις σκοτεινές πλαγιές, γυναίκες που φορούσαν το καντιν’σόρ στριμωγμένες μεταξύ τους τόσο πυκνά, που δεν θα χωρούσε να περάσει ούτε ποντίκι. Ο Τζήντ’εν δεν φαινόταν πουθενά, αν και ένας γκαϊ’σάιν είχε εντολή να τον έχει σελωμένο και έτοιμο.

Δεν ήταν μόνο οι Κόρες. Δύο γυναίκες μπροστά φορούσαν φαρδιές φούστες και ανοιχτόχρωμες μπλούζες, με μαλλιά δεμένα πίσω με διπλωμένα μαντήλια. Ακόμα ήταν πολύ σκοτάδι για να μπορεί να ξεχωρίσει πρόσωπα με βεβαιότητα, αλλά κάτι είχε το σουλούπι αυτών των δύο, η στάση τους με τα σταυρωμένα χέρια, που έλεγε πως ήταν η Εγκουέν και η Αβιέντα.

Η Σούλιν βγήκε μπροστά, προτού ο Ραντ προλάβει να ανοίξει το στόμα του και να ρωτήσει τι ετοίμαζαν. «Ήρθαμε να συνοδεύσουμε τον Καρ’α’κάρν στον πύργο μαζί με την Εγκουέν Σεντάι και την Αβιέντα».

«Ποιος το σκάρωσε αυτό;» ζήτησε να μάθει ο Ραντ. Μια ματιά στον Λαν του είπε ότι δεν ήταν αυτός. Ακόμα και στο σκοτάδι, ο Πρόμαχος φαινόταν ξαφνιασμένος. Τουλάχιστον για μια στιγμή, καθώς το κεφάλι του τινάχτηκε πάνω· τίποτα δεν τάραζε τον Λαν για πολύ. «Η Εγκουέν θα ’πρεπε να είναι στο δρόμο για τον πύργο τώρα, και οι Κόρες θα ’πρεπε να είναι εκεί για να τη φυλάσσουν. Αυτό που θα κάνει σήμερα είναι πολύ σημαντικό. Όσο το κάνει, θα θέλει προστασία».

«Θα την προστατεύσουμε». Η φωνή της Σούλιν ήταν εντελώς ανέκφραστη. «Και τον Καρ’α’κάρν, που έδωσε την τιμή του, για να τη φέρουν οι Φαρ Ντάραϊς Μάι». Ένα μουρμουρητό επιδοκιμασίας πέρασε σαν κύμα από τις Κόρες.