Τώρα υπήρχε αρκετό φως για να δει την Εγκουέν να κοκκινίζει. Όταν η Εγκουέν τον είδε να την κοιτάζει, σκόνταψε χωρίς αιτία και ο Ραντ την έπιασε από το μπράτσο για να μην πέσει. Αυτή απέφυγε το βλέμμα του και τράβηξε απότομα το χέρι της, Ίσως δεν είχε να φοβάται αιχμές από αυτήν. Άρχισαν να ανεβαίνουν τη λοφοπλαγιά ανάμεσα στο αραιό δάσος, πλησιάζοντας τον πύργο.
«Δεν πήγαν να σε εμποδίσουν; Η Άμυς, εννοώ, ή η Μπάιρ ή η Μελαίν;» Ήξερε πως όχι. Αλλιώς, η Αβιέντα δεν θα ήταν εδώ.
Η Αβιέντα κούνησε το κεφάλι και μετά έσμιξε τα φρύδια σκεφτικά. «Μίλησαν πολλή ώρα με τη Σορίλεα και μετά μου είπαν να κάνω ό,τι νομίζω σωστό. Συνήθως μου λένε να κάνω ό,τι νομίζουν αυτές σωστό». Τον κοίταξε λοξά και πρόσθεσε, «Άκουσα τη Μελαίν να λέει ότι φέρνεις την αλλαγή στα πάντα».
«Αυτό κάνω», είπε, πατώντας το πρώτο σκαλί της πρώτης σκάλας. «Το Φως να με βοηθήσει, αυτό κάνω».
Η θέα από την εξέδρα ήταν υπέροχη, ακόμα και με γυμνό μάτι, καθώς η γη απλωνόταν όλο δασώδεις λόφους. Τα δένδρα ήταν αρκετά πυκνά, ώστε να κρύβουν τους Αελίτες που πορεύονταν προς την Καιρχίν —οι περισσότεροι θα βρίσκονταν ήδη στις θέσεις τους― αλλά η αυγή έβαφε την πόλη μ’ ένα χρυσό φως. Κοίταξε για λίγο μ’ ένα από τα κιάλια και είδε τους γυμνούς λόφους πλάι στο ποτάμι, ήρεμους και φαινομενικά χωρίς ζωή. Αυτό σε λίγο θα άλλαζε. Οι Σάιντο ήταν εκεί, αν και προς το παρόν κρύβονταν. Δεν θα έμεναν κρυμμένοι για πολύ, όταν θα άρχιζε να πετά... Τι; Όχι μοιροφωτιά. Ό,τι κι αν έκανε, οι Σάιντο έπρεπε να ταραχτούν όσο το δυνατόν περισσότερο, προτού επιτεθούν οι Αελίτες του.
Η Εγκουέν και η Αβιέντα κοίταζαν εναλλάξ από τον άλλο μακρύ σωλήνα και κοντοστέκονταν για μερικές ήσυχες στιχομυθίες, όμως τώρα απλώς μιλούσαν χαμηλόφωνα. Στο τέλος, αντάλλαξαν νεύματα, πλησίασαν το κιγκλίδωμα και στάθηκαν με τα χέρια στα πρόχειρα πελεκημένα ξύλα, κοιτώντας την Καιρχίν. Ξαφνικά, ο Ραντ ένιωσε τις τρίχες της επιδερμίδας του να σηκώνονται. Μια από τις δύο διαβίβαζε, ίσως και οι δύο.
Το πρώτο που πρόσεξε ήταν ο άνεμος, που φυσούσε προς την πόλη. Δεν ήταν αύρα· ήταν ο πρώτος πραγματικός άνεμος που είχε νιώσει σ’ αυτή τη χώρα. Και είχαν αρχίσει να σχηματίζονται σύννεφα πάνω από την Καιρχίν, πιο βαριά προς το νότο, που πύκνωσαν και μαύρισαν μπροστά στο βλέμμα του και αναδεύτηκαν. Μόνο εκεί, πάνω από την Καιρχίν και το Σάιντο. Αλλού, όσο έφτανε το βλέμμα του, ο ουρανός ήταν καταγάλανος και είχε μόνο μερικά ψηλά αραιά συννεφάκια. Όμως ακούστηκε μια βροντή, μακρόσυρτη και δυνατή, Ξαφνικά, ένας κεραυνός χίμηξε προς το έδαφος, ένα σχιστό ασημένιο ποτάμι που έσχισε μια λοφοκορφή κάτω από την πόλη. Προτού το μπουμπουνητό από το πρώτο αστροπελέκι φτάσει στον πύργο, άλλα δύο έπεσαν στη γη. Άγριες διχάλες χόρευαν στον ουρανό, όμως εκείνες οι ξεκομμένες λόγχες από εκτυφλωτικό λευκό χτυπούσαν κανονικά σαν καρδιά που χτυπούσε. Ξαφνικά, το έδαφος εξερράγη εκεί που δεν είχε χτυπήσει κεραυνός, πετάχτηκε δέκα μέτρα ψηλά σαν σιντριβάνι, και το ίδιο επαναλήφθηκε κι αλλού, και πάλι.
Ο Ραντ δεν είχε ιδέα ποια γυναίκα έκανε τι, όμως φαινόταν ξεκάθαρα ότι είχαν βαλθεί να ξετρυπώσουν τους Σάιντο. Ήταν ώρα να κάνει αυτό που του αναλογούσε, αλλιώς θα έπρεπε να κάθεται και να βλέπει. Άπλωσε και άρπαξε το σαϊντίν. Μια παγερή φωτιά όρμησε στο εξωτερικό του Κενού που περιέβαλλε αυτό που ήταν ο Ραντ αλ’Θόρ. Ψυχρά, αγνόησε τη λιγδερή βρωμιά που τον πότιζε από το μίασμα, πάλεψε με τους χείμαρρους της Δύναμης που απειλούσαν να τον καταπιούν.
Απ’ αυτή την απόσταση, υπήρχαν όρια στο τι μπορούσε να κάνει. Στην πραγματικότητα, βρισκόταν όσο πιο μακριά μπορούσε να είναι, ώστε να μπορεί να κάνει οτιδήποτε, πραγματικά, χωρίς ανγκριάλ ή σα’ανγκριάλ. Πιθανότατα, αυτός ήταν ο λόγος που οι γυναίκες διαβίβαζαν έναν-έναν τους κεραυνούς, μία-μία τις εκρήξεις· αν ο Ραντ ήταν στα όριά του, τότε αυτές πρέπει να βρίσκονταν κοντά στο να υπερβούν τα δικά τους.
Μια θύμηση γλίστρησε στην αδειανοσύνη. Όχι δική του· του Λουζ Θέριν. Αυτή τη φορά δεν τον ένοιαζε. Διαβίβασε ακαριαία, και μια πύρινη μπάλα κατάπιε την κορυφή ενός λόφου περίπου πέντε μίλια πιο πέρα, μια κοχλάζουσα μάζα από ωχροκίτρινη φωτιά. Όταν έσβησε, είδε, χωρίς να χρειαστεί το κιάλι, ότι τώρα ο λόφος ήταν πιο χαμηλός, μαύρος στη ράχη του, σαν να είχε λιώσει. Με τους τρεις τους εκεί, ίσως να μην χρειαζόταν να πολεμήσουν οι φατρίες τον Κουλάντιν.
Ιλυένα, αγάπη μου, συγχώρεσέ με!
Το Κενό τρεμούλιασε· για μια στιγμή, ο Ραντ ταλαντεύτηκε στα πρόθυρα της καταστροφής. Κύματα της Μίας Δύναμης τον πλάκωσαν μ’ έναν αφρό από φόβο· το μίασμα φάνηκε να γίνεται συμπαγές γύρω από την καρδιά του, ένας δυσώδης λίθος.