Выбрать главу

Έσφιξε το κιγκλίδωμα τόσο δυνατά, που πόνεσαν τα δάχτυλά του, πίεσε τον εαυτό τον να ξαναβρεί τη γαλήνη, πίεσε το κενό να αντέξει. Από κει κι έπειτα, αρνήθηκε να ακούσει τις φωνές στο κεφάλι του. Αντίθετα, συγκέντρωσε τα πάντα στο να διαβιβάζει και στο να καίει μεθοδικά τον ένα λόφο μετά τον άλλο.

Ο Ματ στεκόταν αρκετά πίσω από την τελευταία σειρά των δένδρων στην πλαγιά του λόφου, είχε βάλει τη μύτη του Πιπς κάτω από το μπράτσο του έτσι, ώστε να μην χλιμιντρίσει, και παρακολουθούσε περίπου χίλιους Αελίτες να καταφθάνουν από τους νότιους λόφους. Ο ήλιος μόλις είχε ξεπροβάλει από τον ορίζοντα κι έριχνε μακριές, κυματιστές σκιές στη μια πλευρά της μάζας των ανδρών που προχωρούσαν. Τη ζέστη της νύχτας είχε αρχίσει να διαδέχεται η κάψα της μέρας. Ο αέρας θα ήταν αποπνικτικός μόλις ο ήλιος έφτανε λιγάκι ψηλότερα. Ο Ματ είχε κιόλας αρχίσει να ιδρώνει.

Οι Αελίτες ακόμα δεν τον είχαν δει, όμως αυτός δεν αμφέβαλλε ότι θα τον έβλεπαν, αν έμενε περισσότερο εκεί. Δεν είχε σημασία που ήταν σχεδόν σίγουρα άνδρες του Ραντ —αν ο Κουλάντιν είχε ανθρώπους στο νότο, η μέρα θα παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ανόητους που θα πιάνονταν στη μέση της μάχης― και ο λόγος γι’ αυτό ήταν ότι δεν θα ρίσκαρε να τον δουν. Ήδη, το ίδιο πρωί, παραλίγο θα είχε μια κατ’ ιδίαν συνάντηση με ένα βέλος, και δεν θα ξανάδειχνε τόση απροσεξία. Άγγιξε αφηρημένα τη χαρακιά στον ώμο του σακακιού του. Ήταν καλή βολή, αφού ο Ματ ήταν ένας κινούμενος στόχος, τον οποίον ο άλλος είχε μονάχα μισοδεί ανάμεσα στα δένδρα. Θα τη θαύμαζε περισσότερο, αν δεν ήταν στόχος ο ίδιος.

Δεν τράβηξε το βλέμμα από τους Αελίτες που ζύγωναν, κι έκανε πίσω με τον Πιπς, για να χωθούν βαθύτερα στο αραιό δασάκι· αν τον έβλεπαν και τάχυναν το βήμα, ήθελε να το δει. Λεγόταν ότι οι Αελίτες μπορούσαν να προφτάσουν έναν καβαλάρη, και ήθελε να έχει μεγάλο προβάδισμα στην περίπτωση που θα δοκίμαζαν κάτι τέτοιο.

Όταν τον έκρυψαν τα δένδρα, τότε μόνο τάχυνε το βήμα και οδήγησε τον Πιπς στην αντίθετη πλαγιά, προτού τον καβαλήσει και ξεκινήσει προς τα δυτικά. Ήθελε πολύ μεγάλη προσοχή για να μείνεις ζωντανός αυτή τη μέρα και σ’ αυτή την περιοχή. Μουρμούριζε μονάχος, καθώς προχωρούσε, με το καπέλο κατεβασμένο, για να σκιάζει το πρόσωπό του, έχοντας το δόρυ με το μαύρο κοντάρι ακουμπισμένο στο μπροστάρι της σέλας του. Δυτικά. Ξανά.

Η μέρα είχε αρχίσει τόσο καλά, δυο ολόκληρες ώρες προτού φωτίσει, όταν η Μελίντρα είχε πάει σε κάποια συνάντηση με τις Κόρες. Νομίζοντας πως κοιμόταν, δεν του είχε ρίξει ούτε ματιά καθώς έβγαινε έξω μουρμουρίζοντας κάτι σαν «Ραντ αλ’Θόρ» και «τιμή» και «οι Φαρ Ντάραϊς Μάι πάνω απ’ όλα». Έμοιαζε να λογομαχεί με τον εαυτό της, όμως ο Ματ ειλικρινά δεν νοιαζόταν για το αν εκείνη ήθελε να χαστουκίσει τον Ραντ ή να του στρίψει το αυτί. Προτού περάσει ένα λεπτό από τη στιγμή που η Μελίντρα είχε βγει από τη σκηνή, ο Ματ ήδη έβαζε τα πράγματα στα σακίδια της σέλας του. Δεν του είχε ρίξει κανείς δεύτερη ματιά, καθώς σέλωνε τον Πιπς και ξεκινούσε για το νότο. Καλή αρχή. Μόνο που δεν είχε υπολογίσει τις φάλαγγες του Τάαρνταντ και του Τομανέλε και όλων των άλλων αναθεματισμένων φατριών που μετακινούνταν προς το νότο. Και δεν ήταν παρηγοριά που έμοιαζε με όσα είχε πει το απύλωτο στόμα του στον Λαν. Ήθελε να πάει προς το νότο, κι εκείνοι οι Αελίτες τον είχαν αναγκάσει να στρίψει προς τον Αλγκουένυα. Προς το μέρος όπου θα δινόταν η μάχη.

Ένα-δυο μίλια πιο πέρα, έστρεψε με προσοχή τον Πιπς, ώστε να ανηφορίσει, και κοντοστάθηκε στα σκόρπια δένδρα της πλαγιάς. Ο λόφος ήταν από τους ψηλότερους και πρόσφερε καλή θέα. Αυτή τη φορά δεν φαίνονταν Αελίτες πουθενά, όμως η φάλαγγα που ελισσόταν στη στριφογυριστή κοιλάδα του λόφου ήταν σχεδόν εξίσου ενοχλητική. Έφιπποι Δακρυνοί οδηγούσαν μια πυκνή ομάδα που έφερε τα πολύχρωμα λάβαρα των αρχόντων, ύστερα υπήρχε ένα κενό, η χοντρή, αγκαθωτή στήλη των λονχοφόρων στη σκόνη των Δακρυνών, και άλλο ένα κενό μέχρι το Καιρχινό ιππικό, με το πλήθος από λάβαρα και σημαιάκια και κον. Οι Καιρχινοί δεν είχαν καθόλου τάξη και συνωθούνταν τυχαία, καθώς οι άρχοντες πηγαινοέρχονταν για να συζητήσουν, αλλά τουλάχιστον είχαν πλαγιοφύλακες δεξιά κι αριστερά. Όπως και να ’χε, μόλις περνούσαν, θα είχε ανοιχτό το δρόμο προς τα νότια. Και δεν θα σταματήσω προτού δω τον ποταμό Ερίνιν!

Μια φευγαλέα κίνηση τράβηξε το βλέμμα του, αρκετά μπροστά από τη φάλαγγα που περνούσε παρακάτω. Δεν θα την είχε δει, αν δεν ήταν τόσο ψηλά. Οι καβαλάρηδες πάντως σίγουρα δεν θα μπορούσαν να τη δουν. Έβγαλε το μικρό κιάλι από ένα σακίδιο —του Κιν Τοβίρ του άρεσαν τα ζάρια― και κοίταξε εκεί που την είχε δει, και σφύριξε μαλακά μέσα από τα δόντια του. Αελίτες, όσοι και οι άνδρες στην κοιλάδα, και, αν δεν ήταν του Κουλάντιν, τότε ήθελαν να του κάνουν ένα δωράκι για τη μέρα του ονοματίσματός του, επειδή κείτονταν χαμηλά ανάμεσα στους ξεραμένους θάμνους και τα ξερά φύλλα.