Για μια στιγμή, ταμπούρλισε τα δάχτυλα στο μηρό του. Σε λίγο θα υπήρχαν κάποια πτώματα εκεί κάτω. Και πολλά δεν θα ήταν των Αελιτών. Δεν είναι δική μου δουλειά. Εγώ φεύγω απ’ όλα αυτά, φεύγω από δω, και πάω νότια. Θα μπορούσε να περιμένει λίγο και να φύγει όταν θα ήταν απασχολημένοι και δεν θα τον πρόσεχαν.
Εκείνος ο τύπος, ο Γουίραμον —είχε ακούσει χθες το όνομα του γκριζογένη― ήταν βλάκας πέρα για πέρα. Δεν έχει εμπροσθοφυλακή, ούτε και ανιχνευτές, ειδάλλως θα ήξερε τι τον περιμένει πιο πέρα. Βέβαια, με τη διαμόρφωση που είχαν οι λόφοι και με τον τρόπο που στριφογυρνούσε η κοιλάδα, ούτε και οι Αελίτες μπορούσαν να δουν τη φάλαγγα, μονάχα την ψιλή σκόνη που σήκωνε στον ουρανό. Αυτοί σίγουρα είχαν βάλει ανιχνευτές για να προετοιμαστούν· δεν θα περίμεναν εκεί έτσι απλά για παν ενδεχόμενο.
Σφυρίζοντας ανέμελα το «Χόρεψε με τον Φύλακα των Σκιών», ξανάβαλε το κιάλι στο μάτι και εξέτασε τις λοφοκορφές. Ναι. Ο Αελίτης διοικητής είχε αφήσει μερικούς άνδρες σε μέρος που μπορούσαν να σημάνουν προειδοποίηση λίγο προτού η φάλαγγα μπει στο πεδίο της μάχης. Όμως, ακόμα κι αυτοί αποκλείεται να είχαν δει ήδη κάτι. Σε λίγα λεπτά, οι πρώτοι Δακρυνοί θα εμφανίζονταν, αλλά μέχρι τότε...
Ένιωσε ένα σοκ, μόλις κέντρισε τον Πιπς να καλπάσει προς τη ρίζα του λόφου. Τι στο Φως κάνω; Ε, δεν μπορούσε να κάτσει άπραγος και να τους βλέπει να προχωρούν στο θάνατο σαν χήνες στο μαχαίρι. Θα τους προειδοποιούσε. Αυτό ήταν όλο. Θα τους έλεγε τι τους περίμενε μπροστά, και ύστερα θα έφευγε.
Οι Καιρχινοί πλαγιοφύλακες φυσικά τον είδαν να έρχεται προτού κατέβει όλη την πλαγιά, άκουσαν το ποδοβολητό του Πιπς. Δυο-τρεις κατέβασαν τις λόγχες. Του Ματ δεν του άρεσε που τον σημάδευε ένας με μισό μέτρο ατσάλι, και πολύ λιγότερο τρεις, αλλά προφανώς ένας μόνος του δεν αποτελούσε απειλή, έστω κι αν έτρεχε σαν τρελός. Τον άφησαν να περάσει, κι αυτός λοξοδρόμησε λιγάκι, για να πλησιάσει τους Καιρχινούς άρχοντες και να φωνάξει, «Σταθείτε εκεί! Τώρα! Κατόπιν διαταγής του Άρχοντα Δράκοντα! Αλλιώς θα σας διαβιβάσει το κεφάλι στο στομάχι και θα σας βάλει να φάτε τα πόδια σας για πρωινό!»
Χτύπησε με τις φτέρνες τον Πιπς κι αυτός χίμηξε μπροστά. Έριξε μια ματιά πίσω, για να βεβαιωθεί ότι έκαναν αυτό που τους είχε πει —είχαν υπακούσει, αν και υπήρχε κάποια σύγχυση· οι λόφοι τούς έκρυβαν από τους Αελίτες· όταν κατακάθιζε η σκόνη τους, οι Αελίτες δεν θα ήξεραν αν ήταν εκεί― και μετά έσκυψε χαμηλά στο λαιμό του αλόγου, μαστιγώνοντάς το με το καπέλο του και τρέχοντας πλάι στο πεζικό.
Αν περιμένω μέχρι να μεταβιβάσει τις διαταγές ο Γουίραμον, θα ’ναι πολύ αργά. Αυτό είναι όλο. Θα τους προειδοποιούσε και θα έφευγε.
Το πεζικό προήλαυνε με τμήματα διακοσίων περίπου λογχοφόρων, μ’ έναν έφιππο αξιωματικό μπροστά στο καθένα και πενήντα περίπου τοξότες στα νώτα. Οι περισσότεροι τον κοίταζαν με περιέργεια, καθώς περνούσε, με τα πόδια του Πιπς να τινάζουν πίδακες σκόνης, αλλά κανείς δεν έκοψε το βήμα του. Μερικά άτια αξιωματικών σκίρτησαν, λες και οι αναβάτες τους ήθελαν να έρθουν και να δουν γιατί βιαζόταν τόσο, όμως κανένας δεν άφησε τη θέση του. Είχαν καλή πειθαρχία. Θα τη χρειάζονταν.
Οι Υπερασπιστές της Πέτρας σχημάτιζαν τα μετόπισθεν των Δακρυνών, με θώρακες και φουσκωτά χρυσόμαυρα ριγέ μανίκια στα χιτώνια, με λοφία διαφόρων χρωμάτων στα γεισωτά κράνη, που έδειχναν αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. Οι άλλοι ήταν παρόμοια αρματωμένοι, αλλά έφεραν τα χρώματα διαφόρων αρχόντων στα μανίκια. Όσο για τους άρχοντες, αυτοί φορούσαν μεταξωτά σακάκια και ίππευαν μπροστά από τους άλλους, φορώντας περίτεχνους θώρακες και μεγάλα λευκά λοφία, με τα λάβαρα να κυματίζουν πίσω τους στην αύρα που δυνάμωνε προς την πόλη.
Ο Ματ έστριψε μπροστά τους και τράβηξε τα γκέμια τόσο γρήγορα, που ο Πιπς χόρεψε, και τους φώναξε, «Σταθείτε, εν ονόματι του Άρχοντα Δράκοντα!»
Έμοιαζε να είναι ο ταχύτερος τρόπος για να τους σταματήσει, αλλά για μια στιγμή του φάνηκε ότι θα προχωρούσαν ποδοπατώντας τον. Σχεδόν ως την τελευταία στιγμή, ένας νεαρός άρχοντας, τον οποίο θυμόταν να είναι έξω από τη σκηνή του Ραντ, σήκωσε το χέρι, και τότε όλοι τράβηξαν τα χαλινάρια με φωνές και διαταγές που πέρασαν πίσω στη φάλαγγα. Ο Γουίραμον δεν ήταν εκεί· δεν υπήρχε άρχοντας που να είναι πάνω από δέκα χρόνια μεγαλύτερος του Ματ.
«Τι σημαίνει αυτό;» ζήτησε να μάθει εκείνος που είχε δώσει το σήμα. Τα μαύρα μάτια αγριοκοίταζαν με αλαζονεία, είχε σουβλερή μύτη και σαγόνι υψωμένο έτσι, που το λαδωμένο γένι έμοιαζε έτοιμο να καρφώσει. Ο ιδρώτας που κυλούσε στο πρόσωπο δεν του χαλούσε πολύ την εμφάνιση. «Ο Άρχοντας Δράκοντας μού έχει αναθέσει προσωπικά τη διοίκηση. Ποιος είσαι εσύ που―»