Выбрать главу

«Αυτό που ο Άρχοντας Δράκοντας θέλει να κάνετε», τους είπε, «είναι να προχωρήσετε μπροστά αργά, σαν να μην υπάρχει πουθενά Αελίτης εκατό μίλια ολόγυρα. Μόλις περάσουν οι λογχοφόροι το άνοιγμα, θα σχηματίσουν ένα κούφιο τετράγωνο και θα μπείτε μέσα γρήγορα».

«Μέσα!» διαμαρτυρήθηκε ο Μελάνριλ. Θυμωμένα μουρμουρητά ακούστηκαν από τους άλλους νεαρούς άρχοντες· όχι από τον Εστέαν, που φάνηκε σκεφτικός. «Δεν υπάρχει τιμή στο να κρυφτείς πίσω από το βρωμερό―»

«Θα το κάνετε, που να καεί», βρυχήθηκε ο Ματ, πλησιάζοντας τον Πιπς στο άλογο του Μελάνριλ, «αλλιώς, αν δεν σας σκοτώσουν οι Αελίτες, θα το κάνει ο Ραντ, κι όσους αφήσει, θα τους κόψω εγώ ο ίδιος για λουκάνικα!» Καθυστερούσε πολύ· οι Αελίτες σίγουρα αναρωτιούνταν τι να έλεγαν. «Με λίγη τύχη, θα έχετε πάρει θέσεις προτού σας χτυπήσουν οι Αελίτες. Αν έχετε μεγάλα τόξα, χρησιμοποιήστε τα. Αλλιώς, κρατηθείτε. Θα βρείτε ευκαιρία να εφορμήσετε, που να καεί, και θα καταλάβετε πότε θα είναι η κατάλληλη ώρα, αλλά, αν βιαστείτε...!» Ένιωθε το χρόνο να στερεύει.

Στήριξε την άκρη του δόρατός του στον αναβολέα του σαν λόγχη κι έστριψε με τον Πιπς για να γυρίσουν προς τα πίσω. Όταν κοίταξε πάνω από τον ώμο του, ο Μελάνριλ και οι άλλοι μιλούσαν και τον κοίταζαν. Τουλάχιστον δεν είχαν ξεκινήσει τρεχάλα για την κοιλάδα.

Ο διοικητής των λογχοφόρων ήταν ένας χλωμός, λεπτός Καιρχινός, μισό κεφάλι κοντύτερος του Ραντ, καβάλα σ’ ένα σταχτί μουνούχι, που έμοιαζε να είναι στα τελευταία του. Όμως ο Ντήριντ είχε σκληρό βλέμμα, μύτη που είχε σπάσει αρκετές φορές, και τρεις λευκές ουλές διέσχιζαν το πρόσωπό του, η μια όχι πολύ παλιά. Έβγαλε το κωδωνόσχημο κράνος του ενώ μιλούσε με τον Ματ· το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήταν ξυρισμένο. Δεν ήταν άρχοντας. Μπορεί να ήταν στο στρατό προτού αρχίσει ο εμφύλιος. Ναι, οι άνδρες του ήξεραν πώς να κάνουν σχηματισμό σκαντζόχοιρου. Δεν είχε αντιμετωπίσει Αελίτες, αλλά τα είχε βάλει με επιδρομείς και με Αντορινό ιππικό. Άφησε έναν υπαινιγμό ότι είχε πολεμήσει επίσης εναντίον άλλων Καιρχινών, για έναν Οίκο που διεκδικούσε το θρόνο. Ο Ντήριντ δεν έδειχνε ούτε ενθουσιώδης ούτε απρόθυμος· έμοιαζε άνθρωπος που είχε μια δουλειά να κάνει.

Η φάλαγγα ξεκίνησε, καθώς ο Ματ γύριζε το κεφάλι του Πιπς από την άλλη μεριά. Προχωρούσαν με μετρημένο ρυθμό και, κοιτώντας πιο πίσω, είδε ότι ούτε τα άλογα των Δακρυνών δεν έτρεχαν.

Άφησε τον Πιπς να προχωρήσει λιγάκι ταχύτερα, αλλά όχι να καλπάσει. Καταλάβαινε τα βλέμματα των Αελιτών στην πλάτη του, τους ένιωθε να αναρωτιούνται τι είχε πει, πού πήγαινε τώρα και για ποιο λόγο. Απλώς ένας αγγελιοφόρος που παρέδωσε το μήνυμα και φεύγει.

Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Έλπιζε αυτό ακριβώς να σκέφτονταν οι Αελίτες, όμως οι ώμοι του δεν χαλάρωσαν, παρά μόνο όταν ήταν σίγουρος ότι δεν τον έβλεπαν πια.

Οι Καιρχινοί ακόμα περίμεναν εκεί που τους είχε αφήσει. Ακόμα είχαν απλωμένους τους πλαγιοφύλακες. Τα λάβαρα και τα κον σχημάτιζαν ένα δασάκι εκεί που είχαν συναχτεί οι άρχοντες, οι οποίοι αποτελούσαν το ένα δέκατο ή και περισσότερο του αριθμού των Καιρχινών. Οι περισσότεροι φορούσαν απλούς θώρακες, κι όπου υπήρχε χρυσή επίστρωση ή ασημένια ποικίλματα, ήταν χτυπημένα, σαν να τα είχε φτιάξει μεθυσμένος σιδεράς. Μερικά από τα άλογά τους ήταν σε τέτοια κατάσταση, ώστε μπροστά τους το άλογο του Ντήριντ έμοιαζε με το πολεμικό άτι του Λαν. Μπορούσαν, έστω, να κάνουν αυτό που έπρεπε; Όμως τα πρόσωπα που στράφηκαν πάνω του ήταν σκληρά, τα βλέμματα σκληρότερα.

Ήταν ασφαλής τώρα, κρυμμένος από τους Αελίτες. Μπορούσε να φύγει. Αφού πρώτα έλεγε σ’ αυτούς εδώ τι έπρεπε να κάνουν. Είχε στείλει τους άλλους στην Αελίτικη παγίδα· δεν μπορούσε έτσι απλά να τους εγκαταλείψει.

Ο Ταλμέηνς του Οίκου Ντέλοβαϊντ, του οποίου το κον έδειχνε τρία κίτρινα άστρα σε γαλάζιο φόντο και το λάβαρό του μια μαύρη αλεπού, ήταν πιο κοντός από τον Ντήριντ και το πολύ τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον Ματ, αλλά ηγείτο αυτών των Καιρχινών, παρ’ όλο που ήταν επίσης παρόντες άνδρες μεγαλύτεροί του, ακόμα και γκριζομάλληδες. Το βλέμμα του ήταν ανέκφραστο σαν του Ντήριντ κι έμοιαζε με κουλουριασμένο μαστίγιο. Η πανοπλία και το σπαθί του ήταν απλά κι απέριττα. Είπε στον Ματ το όνομά του και στάθηκε να τον ακούσει, όσο ο Ματ εξηγούσε το σχέδιό του, γέρνοντας λιγάκι από τη σέλα, για να χαράξει γραμμές στην άμμο με το δόρυ που είχε για λεπίδα σπαθί.

Οι υπόλοιποι Καιρχινοί άρχοντες μαζεύτηκαν τριγύρω με τα άλογά τους, παρακολουθώντας, όμως κανείς τόσο προσεκτικά όσο ο Ταλμέηνς. Ο Ταλμέηνς περιεργάστηκε το χάρτη που είχε σχεδιάσει ο Ματ, περιεργάστηκε τον ίδιο από το καπέλο ως τις μπότες, ακόμα και το δόρυ του. Όταν ο Ματ τα είπε και τελείωσε, ο άλλος δεν μίλησε, ώσπου ο Ματ γάβγισε, «Λοιπόν; Δεν με νοιάζει αν πεις ναι ή όχι, αλλά οι φίλοι σου θα καταπλακωθούν από τους Αελίτες σε λιγάκι».