Выбрать главу

«Οι Δακρυνοί δεν είναι φίλοι μου. Και ο Ντήριντ είναι... χρήσιμος. Πάντως όχι φίλος». Ξερά γελάκια ακούστηκαν από τους άρχοντες που παρακολουθούσαν όταν άκουσαν την προτροπή. «Αλλά θα οδηγήσω τους μισούς, αν οδηγήσεις εσύ τους άλλους μισούς».

Ο Ταλμέηνς έβγαλε το γάντι με την ατσάλινη ενίσχυση και άπλωσε το χέρι, όμως για μια στιγμή ο Ματ έμεινε να το κοιτάζει. Να τους οδηγήσει; Αυτός; Είμαι άνθρωπος του τζόγου, όχι του πολέμου. Εραστής. Μνήμες από μάχες αρχαίες στροβιλίστηκαν στο μυαλό του, όμως τις έδιωξε. Αρκούσε να σηκωθεί και να φύγει. Αλλά ίσως τότε ο Ταλμέηνς άφηνε τον Εστέαν και τον Ντήριντ και τους υπόλοιπους να ψηθούν. Στη σούβλα που τους είχε στείλει ο Ματ. Ακόμα κι έτσι, ξαφνιάστηκε και ο ίδιος όταν έσφιξε το χέρι του άλλου και είπε, «Να είσαι εκεί στην ώρα σου».

Για απάντηση, ο Ταλμέηνς άρχισε να φωνάζει ονόματα με κοφτή φωνή. Άρχοντες και αρχοντόπουλα πλησίασαν με τ’ άλογά τους τον Ματ, ακολουθούμενος ο καθένας από ένα σημαιοφόρο και καμιά δωδεκαριά βοηθούς, ώσπου βρέθηκε να έχει πάνω από τετρακόσιους Καιρχινούς. Ο Ταλμέηνς δεν είχε να πει πολλά· απλώς οδήγησε τους υπόλοιπους δυτικά μ’ ελαφρύ καλπασμό, σηκώνοντας ένα αμυδρό σύννεφο σκόνης.

«Μείνετε κοντά», είπε ο Ματ στους μισούς που είχε. «Θα εφορμήσετε όταν πω εφόρμηση, θα τρέξετε όταν πω τρέξτε, και να είστε όσο το δυνατόν πιο αθόρυβοι». Ακουγόταν φυσικά το τρίξιμο των σελών και το κροτοβολητό των οπλών, καθώς τον ακολουθούσαν, τουλάχιστον όμως δεν μιλούσαν ούτε έκαναν ερωτήσεις.

Έριξε μια τελευταία ματιά στην άλλη αγκαθωτή μάζα με τα λαμπερά λάβαρα και τα κον, και μετά μια στροφή της ρηχής κοιλάδας την έκρυψε. Πώς είχε μπλέξει εδώ; Όλα είχαν αρχίσει τόσο απλά. Απλώς θα τους προειδοποιούσε και θα έφευγε. Όλα τα βήματα από κει και μετά έμοιαζαν τόσο μικρά, τόσο αναγκαία. Και τώρα είχε χωθεί στη λάσπη ως τη μέση και δεν είχε άλλη επιλογή παρά να συνεχίσει. Έλπισε ο Ταλμέηνς να είχε σκοπό να έρθει. Ο άνθρωπος δεν τον είχε ρωτήσει καν ποιος ήταν.

Η κοιλάδα των λόφων ελισσόταν και διακλαδιζόταν καθώς προχωρούσαν βόρεια, όμως ο Ματ είχε καλή αίσθηση των κατευθύνσεων. Για παράδειγμα, ήξερε ακριβώς πού ήταν ο νότος και η ασφάλεια, και δεν κατευθυνόταν προς εκεί. Σκοτεινά σύννεφα σχηματίζονταν εκεί πάνω προς την πόλη, τα πρώτα που είχε δει να ’ναι τόσο πυκνά εδώ και πολύ καιρό. Η βροχή θα έδινε τέλος στην ξηρασία —καλό για τους αγρότες, αν έμενε κανείς —και θα διέλυε τη σκόνη― καλό για το ιππικό, για να μην φανερωθεί πρώιμα η παρουσία τους. Ίσως, αν έβρεχε, οι Αελίτες να τα μάζευαν και να γυρνούσαν σπίτια τους. Ο άνεμος είχε αρχίσει κι αυτός να δυναμώνει, φέρνοντας, σαν θαύμα, λίγη δροσιά.

Ήχος μάχης ακούστηκε πάνω από τις ράχες, άνδρες που φώναζαν, άνδρες που ούρλιαζαν. Είχε αρχίσει.

Ο Ματ έστριψε τον Πιπς, σήκωσε το δόρυ και το ανέμισε δεξιά κι αριστερά. Σχεδόν ξαφνιάστηκε όταν οι Καιρχινοί σχημάτισαν μια μακριά σειρά εκεί, στραμμένοι προς την πλαγιά του λόφου. Η χειρονομία ήταν ενστικτώδης, από μια άλλη εποχή και από ένα άλλο μέρος, αλλά βέβαια αυτοί οι άνδρες είχαν ξαναδεί μάχη. Ξεκίνησε, με τον Πιπς να ακολουθεί ένα σιγανό βήμα ανάμεσα στα σκόρπια δένδρα, και οι άλλοι ακολούθησαν το ρυθμό με το χαμηλό τριζοβόλημα από τα χάμουρα.

Το πρώτο που του ήρθε φτάνοντας στο ψήλωμα ήταν ανακούφιση, βλέποντας τον Ταλμέηνς και τους άνδρες του να εμφανίζονται στη ράχη απέναντί του. Το δεύτερο ήταν να βρίσει.

Ο Ντήριντ είχε σχηματίσει το σκαντζόχοιρο, με λόγχες σε βάθος τεσσάρων σειρών σαν αγκαθωτά σύδεντρα, εναλλάξ με τοξότες, που σχημάτιζαν ένα μεγάλο κούφιο τετράγωνο. Οι μακριές λόγχες δυσκόλευαν τους Σάιντο να πλησιάσουν, όμως αυτοί χιμούσαν, και οι τοξότες και οι βαλιστροφόροι αντάλλασσαν γοργά βέλη με τους Αελίτες. Άνδρες και από τις δύο πλευρές σωριάζονταν κάτω, αλλά οι λόγχες απλώς έσμιγαν όταν έπεφτε ένας δικός τους, κάνοντας το τετράγωνο πιο σφιχτό. Φυσικά, ούτε η επίθεση των Σάιντο έδειχνε να καταλαγιάζει.

Οι Υπερασπιστές είχαν ξεπεζέψει στο κέντρο, περίπου οι μισοί Δακρυνοί άρχοντες με τους υπηρέτες τους. Οι μισοί. Γι’ αυτό ακριβώς του είχε έρθει να βλαστημήσει. Οι υπόλοιποι χιμούσαν ανάμεσα στους Αελίτες, κόβοντας και τρυπώντας με σπαθιά και λόγχες, σε σφιχτές ομάδες ανά πέντε και δέκα, ή μόνοι τους. Δεκάδες άλογα δίχως καβαλάρη έδειχναν πόσο καλά τα πήγαιναν. Ο Μελάνριλ ήταν παραπέρα μόνο με τον σημαιοφόρο του, χτυπώντας με τη λεπίδα του. Δύο Αελίτες όρμησαν, κούτσαναν το άλογο του αρχοντόπουλου· αυτό έπεσε, τινάζοντας το κεφάλι του —ο Ματ ήταν σίγουρος ότι το άλογο άφησε ένα ουρλιαχτό, όμως το κατάπιε ο αχός― και ύστερα ο Μελάνριλ χάθηκε κάτω από μορφές ντυμένες με το καντιν’σόρ που ανεβοκατέβαζαν τα δόρατά τους. Ο σημαιοφόρος άντεξε μια στιγμή ακόμα.