Ξεκουμπίδια, σκέφτηκε βλοσυρά ο Ματ. Σηκώθηκε στους αναβολείς, σήκωσε ψηλά το δόρυ που είχε σπαθί για λεπίδα, και το κατέβασε προς τα μπρος, φωνάζοντας, «Λος! Λος καμπά’ντριν!»
Θα έπαιρνε πίσω τα λόγια του, αν μπορούσε, κι όχι επειδή ήταν της Παλιάς Γλώσσας· εκεί κάτω στην κοιλάδα υπήρχε ένα καζάνι που κόχλαζε. Οι Καιρχινοί μπορεί να μην κατάλαβαν τη διαταγή «εμπρός, ιππείς» στην παλιά Γλώσσα, αλλά κατάλαβαν την κίνηση, ειδικά όταν ξανακάθισε στη σέλα και ξεκίνησε με τον Πιπς. Όχι ότι το ήθελε στ’ αλήθεια, αλλά δεν έβλεπε πια άλλη επιλογή. Είχε στείλει αυτούς τους άνδρες εκεί κάτω —μερικοί μπορεί να είχαν γλιτώσει, αν τους είχε πει να γυρίσουν και να το βάλουν στα πόδια― και απλώς δεν είχε άλλη επιλογή.
Με τα λάβαρα και τα κον να πετάνε, οι Καιρχινοί εφόρμησαν κατεβαίνοντας το λόφο μαζί του, φωνάζοντας πολεμικές ιαχές. Τον μιμούνταν, αναμφίβολα, αν και αυτό που φώναζε ο Ματ ήταν, «Μα το αίμα και τις στάχτες!» Στην άλλη πλευρά της κοιλάδας, ο Ταλμέηνς επέλαυνε κι αυτός γοργά.
Οι Σάιντο, βέβαιοι ότι είχαν μαντρώσει τους υδρόβιους, δεν είδαν τους άλλους, παρά μόνο όταν εκείνοι έπεσαν πάνω τους και από τις δύο μεριές. Τότε άρχισαν να πέφτουν οι κεραυνοί. Και μετά η κατάσταση αγρίεψε στ’ αλήθεια.
44
Η Μικρότερη Λύπη
Το πουκάμισο του Ραντ κολλούσε πάνω του από τον ιδρώτα του μόχθου, αλλά φορούσε ακόμα το σακάκι για προστασία από τον άνεμο, που μαινόταν με κατεύθυνση την Καιρχίν. Ο ήλιος ήθελε τουλάχιστον άλλη μια ώρα μέχρι να μεσουρανήσει, όμως εκείνος ήδη ένιωθε σαν να έτρεχε όλο το πρωί και στο τέλος τον είχαν δείρει μ’ ένα ραβδί. Τυλιγμένος στο Κενό, ελάχιστα καταλάβαινε την κούραση και αντιλαμβανόταν μονάχα αμυδρά τους πόνους στα χέρια και στους ώμους του, στη μέση του, και τον αφύσικα γρήγορο παλμό γύρω από την ευαίσθητη λαβωματιά στο πλευρό του. Ήταν σημαντικό ότι τα αντιλαμβανόταν καν. Με τη Δύναμη μέσα του, μπορούσε να διακρίνει χωριστά το κάθε φύλλο στα δένδρα που ήταν εκατό βήματα πιο πέρα, όμως ό,τι του συνέβαινε σωματικά θα έπρεπε να το νιώθει σαν να το πάθαινε κάποιος άλλος.
Είχε αρχίσει εδώ και ώρα να αντλεί το σαϊντίν μέσω του ανγκριάλ στην τσέπη του, το πέτρινο ειδώλιο του χοντρού ανθρωπάκου. Έστω κι έτσι, τώρα πια ήταν μεγάλος κόπος να δουλεύει με τη Δύναμη, να την υφαίνει σε απόσταση μιλίων· αλλά μόνο τα δυσώδη νήματα που υπήρχαν μέσα στη Δύναμη, την οποία αντλούσε, τον εμπόδιζαν να αντλήσει περισσότερη, να την δεχθεί όλη μέσα του. Η Δύναμη ήταν πολύ γλυκιά, παρά το μίασμα. Ύστερα από ώρες διαβίβασης δίχως ανάπαυση, ήταν κατάκοπος. Και ταυτοχρόνως έπρεπε να παλεύει ακόμα πιο δυνατά με το σαϊντίν, να βάζει την αντοχή του για να μην καεί και γίνει στάχτη επιτόπου, για να μην γίνει στάχτη το μυαλό του. Κι ήταν ακόμα πιο δύσκολο να αποσοβεί την καταστροφή που έφερνε το σαϊντίν, πιο δύσκολο να αντιστέκεται στην επιθυμία να αντλήσει περισσότερο, πιο δύσκολο να χειρίζεται αυτό που αντλούσε. Ήταν μια επικίνδυνη κατηφοριά, και θα περνούσαν πολλές ώρες ακόμα μέχρι να κριθεί η μάχη.
Σκούπισε τον ιδρώτα από τα μάτια του κι έσφιξε το τραχύ κιγκλίδωμα της εξέδρας. Ήταν κοντά στα όριά του, όμως ήταν ισχυρότερος από την Εγκουέν ή από την Αβιέντα. Η Αελίτισσα στεκόταν κι ατένιζε την Καιρχίν και τα σύννεφα της βροχής, σκύβοντας πού και πού για να κοιτάξει μέσα από το μακρύ κιάλι· η Εγκουέν καθόταν σταυροπόδι, έγερνε σε ένα κάθετο στήριγμα που είχε ακόμα τον γκρίζο φλοιό του, με τα μάτια κλεισμένα. Και οι δύο έμοιαζαν εξουθενωμένες, όπως ένιωθε και ο Ραντ μέσα του.
Προτού μπορέσει να κάνει κάτι —όχι πως ήξερε τι να κάνει· δεν είχε ταλέντο στη Θεραπεία― η Εγκουέν άνοιξε τα μάτια και σηκώθηκε, ανταλλάσσοντας χαμηλόφωνα μερικά λόγια με την Αβιέντα, τα οποία ο άνεμος έκλεψε ακόμα και από την ενισχυμένη με το σαϊντίν ακοή του. Κι ύστερα η Αβιέντα κάθισε στη θέση της Εγκουέν κι έγειρε το κεφάλι στο στήριγμα. Τα μαύρα σύννεφα γύρω από την πόλη συνέχισαν να εξαπολύουν κεραυνούς, μα τώρα ήταν περισσότερο αδέσποτες διχάλες παρά εύστοχες λόγχες.
Αρα δούλευαν εναλλάξ, προσφέροντας η μια στην άλλη ευκαιρία να αναπαυθεί. Θα ήταν ωραίο, αν είχε και ο ίδιος κάποιον για να το κάνει αυτό, αλλά δεν μετάνιωνε που είχε πει στον Ασμόντιαν να μείνει στη σκηνή του. Δεν θα τον εμπιστευόταν να διαβιβάσει. Ειδικά τώρα. Ποιος ήξερε τι άραγε θα έκανε βλέποντας τον Ραντ τόσο εξασθενημένο;
Ο Ραντ, παραπατώντας λιγάκι, έστριψε το κιάλι για να εξετάσει τους λόφους έξω από την πόλη. Τώρα φαινόταν ζωή εκεί. Και θάνατος. Όπου κοίταζε, έβλεπε μάχη, Αελίτες εναντίον Αελιτών, χίλιους εδώ, πέντε χιλιάδες εκεί, που χιμούσαν στους άδενδρους λόφους τόσο μπερδεμένοι μεταξύ τους, ώστε ο Ραντ δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Η ματιά του δεν έβρισκε τη φάλαγγα με τους ιππείς και με τους λογχοφόρους.