Τρεις φορές τους είχε δει, τη μια να πολεμούν δύναμη διπλάσιων Αελιτών. Ήταν σίγουρος ότι ήταν ακόμα εκεί έξω. Δεν φαινόταν πιθανό ότι ο Μελάνριλ θα αποφάσιζε να υπακούσει τώρα, σχεδόν την τελευταία στιγμή, στις διαταγές του Ραντ. Ήταν λάθος που τον είχε επιλέξει μόνο και μόνο επειδή ο Μελάνριλ είχε την αξιοπρέπεια να ντραπεί για τη συμπεριφορά του Γουίραμον, αλλά δεν είχε πολύ χρόνο για να κάνει μια επιλογή, κι έπρεπε να ξεφορτωθεί τον Γουίραμον. Τώρα δεν γινόταν τίποτα γι’ αυτό. Ίσως να μπορούσε να τοποθετηθεί επικεφαλής κάποιος από τους Καιρχινούς. Αν η άμεση του διαταγή αρκούσε ώστε να κάνει τους Δακρυνούς να ακολουθήσουν έναν Καιρχινό.
Μια αναβράζουσα μάζα στο ψηλό γκρίζο τείχος της πόλης τράβηξε το βλέμμα του. Οι ψηλές, ενισχυμένες με σίδερο πύλες έστεκαν ανοιχτές και οι Αελίτες μάχονταν καβαλάρηδες και στρατιώτες με δόρατα, σχεδόν στ’ ανοιχτά, ενώ άλλοι προσπαθούσαν να κλείσουν τις πύλες, προσπαθούσαν και αποτύγχαναν από την πίεση τόσων κορμιών. Υπήρχαν άλογα με άδειες σέλες και αρματωμένοι άνδρες ασάλευτοι στο χώμα μισό μίλι έξω από την πύλη, που έδειχναν το σημείο όπου είχε απωθηθεί η έξοδός τους. Βέλη έπεφταν βροχή από τα τείχη, μαζί με χαλάσματα σε μέγεθος ανθρώπινου κεφαλιού —ακόμα και μερικά δόρατα, που έπεφταν με αρκετή δύναμη ώστε να τρυπήσουν δυο επιτιθέμενους ή τρεις, αν και ο Ραντ ακόμα δεν έβλεπε από πού προέρχονταν― όμως οι Αελίτες σκαρφάλωναν στους νεκρούς τους, έτοιμοι να χωθούν μέσα. Χτένισε γρήγορα την περιοχή με το βλέμμα και είδε δύο ακόμα φάλαγγες Αελιτών, οι οποίοι έτρεχαν προς τις πύλες, ίσως τρεις χιλιάδες άτομα συνολικά. Δεν είχε αμφιβολία πως ήταν κι αυτοί του Κουλάντιν.
Κατάλαβε ότι έτριζε τα δόντια του. Αν οι Σάιντο έμπαιναν στην Καιρχίν, δεν θα τους έδιωχνε ποτέ προς το βορρά. Θα έπρεπε να τους ξετρυπώσει δρόμο-δρόμο· το κόστος σε ζωές θα ήταν πολλαπλάσιο των ήδη νεκρών και η ίδια η πόλη θα ερειπωνόταν, σαν το Έιανροντ, αν όχι σαν το Τάιεν. Οι Καιρχινοί και οι Σάιντο ήταν ανακατεμένοι σαν μυρμήγκια σε γαβάθα, όμως κάτι έπρεπε να κάνει.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και διαβίβασε. Οι δύο γυναίκες είχαν δημιουργήσει τις συνθήκες, είχαν φέρει τα σύννεφα της καταιγίδας· δεν χρειαζόταν να δει την ύφανση τους για να τα αξιοποιήσει. Εκτυφλωτικοί ασημογάλανοι κεραυνοί χτύπησαν στο μέσον των Αελιτών, μια, δυο φορές, ξαναχτύπησαν, γοργά σαν παλαμάκια.
Ο Ραντ σήκωσε απότομα το κεφάλι, ανοιγόκλεισε τα μάτια, για να διώξει τις γραμμές που έμοιαζαν ακόμα χαραγμένες στην όραση του, και, όταν ξανακοίταξε μέσα από το μακρύ σωλήνα, οι Σάιντο κείτονταν σαν θερισμένο κριθάρι γύρω από το σημείο που είχαν πέσει τα αστροπελέκια. Άνδρες και άλογα σφάδαζαν στο χώμα κοντά στις πύλες επίσης, και μερικοί δεν σάλευαν καθόλου, όμως εκείνοι που δεν είχαν πάθει τίποτα τραβούσαν τους πληγωμένους και οι πύλες έκλειναν.
Πόσοι δεν θα μπορέσουν να ξαναμπούν μέσα; Πόσους δικούς μου σκότωσα; Η ψυχρή αλήθεια ήταν ότι δεν είχε σημασία. Έπρεπε να γίνει και είχε γίνει.
Και καλά που είχε γίνει. Ένιωσε από μακριά τα γόνατά του να τρέμουν. Θα έπρεπε να συγκρατηθεί, αν ήθελε να αντέξει όλη τη μέρα. Δεν θα άπλωνε τον εαυτό του παντού· έπρεπε να εντοπίσει το σημείο που τον είχαν ιδιαίτερη ανάγκη, εκεί που μπορούσε να κρίνει την―
Τα σύννεφα της καταιγίδας ήταν συγκεντρωμένα μονάχα πάνω από την πόλη και τους λόφους προς το νότο, όμως αυτό δεν εμπόδισε μια αστραπή να χιμήξει από τον καθαρό, ανέφελο ουρανό πάνω στον πύργο, πέφτοντας στις Κόρες, οι οποίες ήταν μαζεμένες από κάτω, μ’ έναν εκκωφαντικό κρότο.
Ο Ραντ έμεινε να κοιτάζει, με τα μαλλιά του να υψώνονται από ένα μυρμήγκιασμα στον αέρα. Ένιωθε εκείνη την αστραπή και μ’ έναν άλλο τρόπο, την ύφανση του σαϊντίν που την είχε πλάσει. Άρα ο Ασμόντιαν είχε μπει στον πειρασμό ακόμα και από τη σκηνή.
Αλλά δεν είχε χρόνο για σκέψη. Σαν γοργά χτυπήματα σε γιγάντιο τύμπανο, το ένα αστροπελέκι ακολούθησε το άλλο, προχωρώντας ανάμεσα στις Κόρες, ώσπου το τελευταίο έπεσε στη βάση του πύργου, προκαλώντας μια έκρηξη από θραύσματα ξύλων μεγάλα σαν χέρια και πόδια.
Καθώς ο πύργος κλονιζόταν αργά, ο Ραντ όρμησε πάνω στην Εγκουέν και στην Αβιέντα. Με κάποιον τρόπο κατάφερε να τις αγκαλιάσει με το ένα χέρι, και με το άλλο πιάστηκε από ένα όρθιο στήριγμα που τώρα βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της εξέδρας. Τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια, ανοίγοντας το στόμα, αλλά δεν υπήρχε χρόνος πια για λόγια, ούτε για σκέψη. Ο συντετριμμένος ξύλινος πύργος έγειρε και γκρεμίστηκε ανάμεσα στα κλαριά των δένδρων. Για μια στιγμή, ο Ραντ πίστεψε ότι θα μαλάκωναν την πτώση.