Выбрать главу

Μ’ έναν ξερό ήχο, το υποστήριγμα απ’ όπου πιανόταν έσπασε. Το έδαφος υψώθηκε και του έκοψε την ανάσα, μια στιγμή προτού πέσουν πάνω του οι γυναίκες. Τον κατάπιε το σκοτάδι.

Συνήλθε αργά. Πρώτα επέστρεψε η ακοή.

«...μας ξέθαψες σαν βράχο και μας έστειλες να κουτρουβαλήσουμε στην πλαγιά του λόφου μέσα στη νύχτα». Ήταν η φωνή της Αβιέντα, χαμηλή, σαν να μιλούσε μόνο για να τ’ ακούσει η ίδια. Κάτι κινούταν στο πρόσωπό του. «Μας πήρες αυτό που είμαστε, αυτό που ήμασταν. Πρέπει να μας δώσεις κάτι σε ανταπόδοση, κάτι για να γίνουμε. Σε χρειαζόμαστε». Το πράγμα που σάλευε βράδυνε, άρχισε ν’ αγγίζει πιο μαλακά. «Σε χρειάζομαι. Ξέρεις, όχι για μένα. Για την Ηλαίην. Ό,τι υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτήν και σε μένα, είναι ανάμεσα σ’ αυτήν και σε μένα, αλλά θα σε παραδώσω σ’ αυτήν. Θα το κάνω. Αν πεθάνεις, θα της κουβαλήσω το πτώμα σου! Αν πεθάνεις—»

Τα μάτια του άνοιξαν απότομα, και για μια στιγμή ο Ραντ και η Αβιέντα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, σχεδόν μύτη με μύτη. Τα μαλλιά της ήταν ανακατωμένα, η μαντίλα είχε χαθεί και μια μελανιά τής ασχήμαινε το μάγουλο. Ίσιωσε το κορμί της σπασμωδικά, διπλώνοντας ένα υγρό ύφασμα λεκιασμένο από αίμα, και άρχισε να του σκουπίζει το μέτωπο αρκετά πιο δυνατά απ’ όσο πριν.

«Δεν σκοπεύω να πεθάνω», της είπε, αν και στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου βέβαιος γι’ αυτό. Το Κενό και το σαϊντίν φυσικά είχαν εξαφανιστεί. Και μόνο στη σκέψη ότι τα είχε χάσει, ανατρίχιασε· μόνο από καθαρή τύχη το σαϊντίν δεν του είχε σβήσει το μυαλό εκείνη την τελευταία στιγμή. Και μόνο στη σκέψη ότι θα ξανάπιανε την Πηγή, άφησε ένα βογκητό. Δίχως το Κενό για ουδέτερη ζώνη, αισθανόταν στο έπακρο τον κάθε πόνο, την κάθε μελανιά και την κάθε αμυχή. Ήταν τόσο κουρασμένος, που θα είχε αποκοιμηθεί αμέσως, αν δεν πονούσε τόσο πολύ. Καλύτερα που πονούσε λοιπόν, επειδή δεν έπρεπε να κοιμηθεί. Για πολύ μεγάλο διάστημα ακόμα.

Έχωσε το χέρι κάτω από το σακάκι, άγγιξε το πλευρό του και μετά σκούπισε προσεκτικά στο πουκάμισο το αίμα που είχε μείνει στα δάχτυλά του προτού ξαναβγάλει το χέρι. Δεν ήταν παράξενο που μια τέτοια πτώση είχε ξανανοίξει τη λαβωματιά που ήταν μισογιατρεμένη, που δεν είχε γιατρευτεί ποτέ. Δεν έμοιαζε να αιμορραγεί πολύ, αλλά, αν το έβλεπαν οι Κόρες ή η Εγκουέν ή έστω η Αβιέντα, ίσως χρειαζόταν να τσακωθεί μαζί τους, για να μην τον σύρουν στη Μουαραίν να τον Θεραπεύσει. Είχε πολλή δουλειά ακόμα και δεν περίσσευε χρόνος για κάτι τέτοιο —έπειτα απ’ όσα του είχαν συμβεί, η Θεραπεία θα ήταν σαν να τον χτυπούσαν με ρόπαλο στον κρόταφο― κι εκτός αυτού, πρέπει να ήταν κι άλλοι, πιο βαριά τραυματισμένοι που έπρεπε να τους φροντίσει η Άες Σεντάι.

Άφησε μια γκριμάτσα, έπνιξε άλλο ένα βογκητό, και σηκώθηκε όρθιος με λίγη μόνο βοήθεια από την Αβιέντα. Και αμέσως ξέχασε τις πληγές του.

Η Σούλιν καθόταν στο χώμα εκεί κοντά, με την Εγκουέν να δένει μια ματωμένη πληγή στο κρανίο της και να μουρμουρίζει άγρια μέσα από τα δόντια της, επειδή δεν ήξερε να Θεραπεύει, όμως η ασπρομάλλα Κόρη δεν ήταν η μόνη τραυματίας και, μακράν, δεν βρισκόταν στη χειρότερη κατάσταση. Παντού γυναίκες με καντιν’σόρ σκέπαζαν τις νεκρές με κουβέρτες και φρόντιζαν όσους είχαν απλώς καεί, αν μπορούσες να πεις τη λέξη «απλώς» για εγκαύματα από κεραυνό. Με εξαίρεση τη γκρίνια της Εγκουέν, η λοφοπλαγιά ήταν σχεδόν σιωπηλή, ακόμα και οι τραυματισμένες ήταν αμίλητες, και μόνο οι τραχιές ανάσες ακούγονταν.

Ο ξύλινος πύργος, που τώρα είχε γίνει αγνώριστος, δεν είχε λυπηθεί τις Κόρες όπως σωριαζόταν, και είχε σπάσει χέρια και πόδια, είχε ανοίξει σάρκες. Ο Ραντ είδε να κρύβουν με κουβέρτα το πρόσωπο μιας Κόρης με χρυσοκόκκινα μαλλιά σχεδόν στην απόχρωση της Ηλαίην, με το κεφάλι γυρισμένο σε αφύσικη γωνία και με τα γυάλινα μάτια να ατενίζουν. Η Τζόλιεν. Μια από κείνες που είχαν περάσει το Δρακότειχος για να αναζητήσουν Εκείνον Που Έρχεται Με την Αυγή. Είχε πάει γι’ αυτόν στην Πέτρα του Δακρύου. Και τώρα είχε σκοτωθεί. Γι’ αυτόν. Μια χαρά τα κατάφερες να μην πάθουν τίποτα οι Κόρες, σκέφτηκε πικρά. Μια χαρά.

Ένιωθε ακόμα τον κεραυνό, ή μάλλον τα υπολείμματα της κατασκευής του. Σχεδόν σαν το μετείκασμα που είχε χαραχτεί στα μάτια του νωρίτερα, μπορούσε να εντοπίσει την ύφανση, αν και ξεθώριαζε. Προς έκπληξη του, οδηγούσε δυτικά, όχι πίσω στις σκηνές. Δεν ήταν λοιπόν ο Ασμόντιαν.

«Ο Σαμαήλ». Ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Ο Σαμαήλ είχε στήσει εκείνη την επίθεση στο Τζανγκάι, ο Σαμαήλ ήταν πίσω από τους πειρατές και τις επιδρομές στο Δάκρυ και ο Σαμαήλ το είχε κάνει αυτό εδώ. Τα χείλη του τραβήχτηκαν πίσω με μια άγρια γκριμάτσα και η φωνή του ήταν ένας τραχύς ψίθυρος. «Ο Σαμαήλ!» Δεν κατάλαβε ότι είχε κάνει ένα βήμα μπρος, παρά μόνο όταν του έπιασε το χέρι η Αβιέντα.