Выбрать главу

Ύστερα από μια στιγμή, η Εγκουέν του έπιασε και το άλλο, και οι δυο τους τον έσφιξαν σαν να ήθελαν να τον αιχμαλωτίσουν εκεί πέρα. «Μην είσαι τελείως βλάκας», του είπε η Εγκουέν και ξαφνιάστηκε από την άγρια ματιά του, αλλά δεν τον άφησε. Είχε ξαναδέσει ολόγυρα τα μαλλιά της με την καφέ μαντίλα, αλλά αυτά δεν είχαν στρώσει όπως τα είχε χτενίσει με τα δάχτυλα, ενώ η μπλούζα και η φούστα της ήταν ακόμα γεμάτες σκόνη. «Όποιος κι αν το έκανε, γιατί άραγε νομίζεις ότι περίμενε τόσο πολύ, μέχρι να κουραστείς; Επειδή, αν δεν κατόρθωνε να σε σκοτώσει, και τον κυνηγούσες, θα ήσουν εύκολη λεία. Μόλις που μπορείς να σταθείς στα πόδια σου!»

Η Αβιέντα δεν ήθελε ούτε αυτή να τον αφήσει, και του αντιγύρισε μια ήρεμη ματιά στο επίμονο βλέμμα του. «Σε χρειαζόμαστε εδώ, Ραντ αλ’Θόρ. Εδώ, Καρ’α’κάρν. Η τιμή σου έγκειται στο να σκοτώσεις αυτόν τον άνθρωπο, ή είναι εδώ, μ’ αυτούς που έφερες σε τούτη τη γη;»

Ένας νεαρός Αελίτης έφτασε τρέχοντας ανάμεσα στις Κόρες, με το σούφα στους ώμους, κουνώντας με δύναμη τα δόρατα και τη στρογγυλή ασπίδα. Αν του φάνηκε παράξενο που δυο γυναίκες κρατούσαν τον Ραντ ανάμεσά τους, δεν το έδειξε πάντως. Κοίταξε τα σκορπισμένα ερείπια του πύργου και τις νεκρές και τις πληγωμένες με κάποια περιέργεια, σαν να αναρωτιόταν πώς είχε συμβεί αυτό και πού ήταν τα πτώματα των εχθρών. Έχωσε τα δόρατα στο χώμα μπροστά στον Ραντ και είπε, «Είμαι ο Σάιριν, της σέπτας Σοράρα του Τομανέλε».

«Σε βλέπω, Σάιριν», απάντησε ο Ραντ εξίσου επίσημα. Δεν ήταν εύκολο, με δυο γυναίκες να τον κρατούν, σαν να πίστευαν ότι θα το έβαζε στα πόδια.

«Ο Χαν του Τομανέλε στέλνει μήνυμα στον Καρ’α’κάρν. Οι φατρίες στα ανατολικά κινούνται η μια προς την άλλη. Και οι τέσσερις. Ο Χαν σκοπεύει να ενωθεί με τις δυνάμεις του Ντηάρικ, κι έστειλε μήνυμα στον Έριμ να πάει κι αυτός μαζί τους».

Ο Ραντ πήρε μια ανάσα προσεκτικά κι έλπισε να πίστευαν οι γυναίκες πως για τη γκριμάτσα έφταιγαν τα νέα· το πλευρό του τον έκαιγε κι ένιωθε το αίμα να απλώνεται στο πουκάμισό του. Άρα δεν θα είχε με τι να ωθήσει τον Κουλάντιν στα βόρεια όταν υποχωρούσε το Σάιντο· αν υποχωρούσε· ακόμα δεν είχαν δείξει τέτοια σημάδια απ’ όσο είχε δει. Γιατί ενώνονταν το Μιαγκόμα και οι άλλοι; Αν ήθελαν να τα βάλουν μαζί του, αυτό που έκαναν ήταν να τον προειδοποιήσουν. Αλλά, αν ήθελαν να τα βάλουν μαζί του, τότε ο Χαν και ο Ντηάρικ και ο Έριμ θα υστερούσαν αριθμητικά, και, αν οι Σάιντο κρατούσαν αρκετά ακόμα και οι τέσσερις φατρίες κατάφερναν να περάσουν... Είδε πέρα από τους δασόφυτους λόφους ότι είχε πιάσει βροχή πάνω από την πόλη τώρα, που η Εγκουέν και η Αβιέντα δεν συγκρατούσαν τα σύννεφα. Αυτό θα δυσκόλευε και τις δύο παρατάξεις. Αν οι δύο γυναίκες δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση απ’ όσο φαίνονταν, ίσως δεν μπορούσαν να ανακτήσουν τον έλεγχο απ’ αυτή την απόσταση.

«Πες στον Χαν να κάνει ό,τι μπορεί για να μην μας πλησιάσουν».

Παρ’ όλο που ήταν νεαρός —για την ακρίβεια, ήταν περίπου συνομήλικος του Ραντ― ο Σάιριν ύψωσε έκπληκτος το ένα φρύδι. Φυσικά. Ο Χαν δεν θα έκανε τίποτα το διαφορετικό και ο Σάιριν το ήξερε. Ο Αελίτης έμεινε μια στιγμή ακόμα για να βεβαιωθεί ότι ο Ραντ δεν είχε άλλο μήνυμα να δώσει, και μετά άρχισε να τρέχει στην κατηφοριά, όσο γρήγορα είχε έρθει. Χωρίς αμφιβολία, έλπιζε να επιστρέψει χάνοντας όσο το δυνατόν λιγότερο από τη μάχη. Μπορεί βέβαια η μάχη να είχε ήδη αρχίσει, εκεί στα ανατολικά.

«Θέλω κάποιος να φέρει τον Τζήντ’εν», είπε ο Ραντ μόλις έφυγε ο Σάιριν. Αν προσπαθούσε να πάει μακριά με τα πόδια, τότε στ’ αλήθεια θα χρειαζόταν τις γυναίκες να τον στηρίξουν. Οι δυο τους δεν έμοιαζαν σε τίποτα, όμως είχαν μια πανομοιότυπη έκφραση καχυποψίας. Αυτά τα συνοφρυώματα πρέπει να ήταν κάτι που κάθε κορίτσι μάθαινε από τη μητέρα του. «Δεν θα κυνηγήσω τον Σαμαήλ». Όχι ακόμα. «Πρέπει όμως να πλησιάσω στην πόλη». Ένευσε προς τον γκρεμισμένο πύργο· ήταν η μόνη κίνηση που μπορούσε να κάνει, έτσι όπως τον στρίμωχναν οι δύο γυναίκες. Ίσως ο αφέντης Τοβίρ κατόρθωνε να περισώσει τους φακούς από τα κιάλια, όμως δεν είχαν μείνει ούτε τρεις κορμοί του πύργου που να μην είναι σπασμένοι. Δεν θα παρακολουθούσε περισσότερο από ψηλά σήμερα.

Η Εγκουέν ήταν διστακτική ως συνήθως, αλλά η Αβιέντα σχεδόν αμέσως ζήτησε από μια νεαρή Κόρη να πάει στους γκαϊ’σάιν. Και να φέρει και τη Μιστ επίσης, κάτι το οποίο δεν είχε υπολογίσει ο Ραντ. Η Εγκουέν άρχισε να ξεσκονίζεται, μουρμουρίζοντας κάτι μέσα από τα δόντια της για τη σκόνη, και η Αβιέντα κάπου βρήκε μια φιλντισένια χτένα και άλλη μια μαντίλα. Παρά την πτώση, έμοιαζαν πολύ λιγότερο ταλαιπωρημένες από εκείνον. Η κούραση ακόμα πρόβαλλε ανάγλυφη στα πρόσωπά τους, αλλά, όσο μπορούσαν να διαβιβάσουν, θα του ήταν χρήσιμες.