Αυτό τον ξάφνιασε. Το μόνο που σκεφτόταν για τους άλλους ήταν πόσο χρήσιμοι του ήταν; Θα έπρεπε να είχε προστατεύσει τις γυναίκες εκεί πάνω στον πύργο. Όχι ότι ο πύργος ήταν ασφαλής, όπως είχε αποδειχθεί, αλλά αυτή τη φορά θα έκανε καλύτερη δουλειά.
Η Σούλιν σηκώθηκε, καθώς την πλησίαζε· ο επίδεσμος από αλγκόντ σχημάτιζε ένα ανοιχτόχρωμο καπελάκι στην κορυφή του κεφαλιού της και τα μαλλιά της έμοιαζαν με λευκό κρόσσι από κάτω.
«Θα πάω πιο κοντά στην πόλη», της είπε, «για να βλέπω τι συμβαίνει, ίσως και για να βοηθήσω. Οι τραυματίες να μείνουν εδώ, μαζί με αρκετές Κόρες, για να τις προστατεύσουν, αν χρειαστεί. Βάλε ισχυρή φρουρά, Σούλιν· εγώ θέλω ελάχιστες μαζί μου και θα ξεπληρώσω άσχημα την τιμή που μου έκαναν οι Κόρες, αν αφήσω τις τραυματισμένες τους να σφαχτούν». Έτσι οι περισσότερες θα έμεναν μακριά από τη μάχη. Κι ο ίδιος θα έπρεπε να αποφύγει τη μάχη, ώστε να την αποφύγουν και οι υπόλοιπες, αλλά στην κατάσταση που βρισκόταν, δεν θα ήταν δύσκολο. «Θέλω να μείνεις εδώ και―»
«Δεν είμαι τραυματίας», του είπε αυτή παγωμένα, κι αυτός δίστασε και ύστερα ένευσε αργά.
«Πολύ καλά». Δεν αμφέβαλλε ότι η πληγή της ήταν σοβαρή, αλλά από την άλλη δεν αμφέβαλλε ότι η Σούλιν ήταν σκληροτράχηλη. Και αν έμενε αυτή εδώ, μπορεί να του φορτωνόταν καμιά Ενάιλα για να οδηγήσει τη φρουρά του. Το να τον αντιμετωπίζουν σαν αδελφό τους ήταν λιγότερο ενοχλητικό από το να τον αντιμετωπίζουν σαν παιδί τους, και δεν είχε διάθεση να ανεχθεί αυτό το τελευταίο. «Αλλά βασίζομαι πάνω σου για να μην με ακολουθήσει κάποια που να είναι τραυματίας, Σούλιν. Θα πρέπει να μετακινούμαι, και δεν θέλω κανέναν που να με καθυστερεί, κανέναν που ίσως χρειαστεί να τον αφήσουμε πίσω».
Εκείνη ένευσε τόσο γοργά, που ο Ραντ πείστηκε ότι θα άφηνε πίσω όσες Κόρες είχαν έστω και μια αμυχή. Εκτός από την ίδια, φυσικά. Αυτή τη φορά, δεν ένιωθε ενοχή που εκμεταλλευόταν κάποιον. Οι Κόρες είχαν επιλέξει να φέρουν το δόρυ, όμως επίσης είχαν επιλέξει να τον ακολουθήσουν. Ίσως η λέξη «ακολουθήσουν» να μην ήταν η σωστή, αν σκεφτόταν μερικά από τα πράγματα που είχαν κάνει, αλλά γι’ αυτόν δεν άλλαζε τίποτα. Δεν θα διέταζε μια γυναίκα να πάει στο θάνατο, δεν θα μπορούσε να το κάνει, και η απόφασή του δεν θα άλλαζε. Στην πραγματικότητα, περίμενε κάποιες διαμαρτυρίες γι’ αυτό. Χάρηκε που δεν υπήρξαν. Μάλλον είμαι πιο πανούργος απ’ όσο νόμιζα.
Δύο γκαϊ’σάιν με ανοιχτόχρωμες ρόμπες έφτασαν σέρνοντας τον Τζήντ’εν και τη Μιστ, ενώ πίσω τους ακολουθούσε ένα πλήθος, με αγκαλιές γεμάτες επιδέσμους και αλοιφές και ασκιά με νερό ριγμένα στοίβες στους ώμους, υπό την επίβλεψη της Σορίλεα και δώδεκα άλλων Σοφών, τις οποίες είχε συναντήσει. Ζήτημα ήταν αν ήξερε τα ονόματα των μισών.
Η Σορίλεα ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας επικεφαλής εκεί και γρήγορα έβαλε μαζί τους γκαϊ’σάιν και τις άλλες Σοφές να κυκλοφορούν ανάμεσα στις τραυματισμένες Κόρες και να φροντίζουν τις πληγές τους. Κοίταξε τον Ραντ, την Εγκουέν και την Αβιέντα, έσμιξε τα φρύδια σκεφτικά και σούφρωσε τα λεπτά χείλη της, ενώ προφανώς σκεφτόταν ότι και οι τρεις έμοιαζαν να είναι σε αρκετά κακή κατάσταση και σίγουρα οι πληγές τους θα έπρεπε να καθαριστούν. Η ματιά εκείνη ήταν αρκετή για την Εγκουέν και την έκανε να σκαρφαλώσει στη σέλα της γκρίζας φοράδας της, απ’ όπου χαμογέλασε κι ένευσε στην ηλικιωμένη Σοφή, μολονότι, αν η Αελίτισσα ήξερε πιο πολλά από ιππασία, θα είχε καταλάβει ότι το μούδιασμα της Εγκουέν δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Και ήταν ενδεικτικό της κατάστασης της Αβιέντα το ότι άφησε την Εγκουέν να την τραβήξει στη σέλα χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία. Χαμογέλασε κι αυτή στη Σορίλεα.
Ο Ραντ έτριξε τα δόντια και ανέβηκε στη σέλα του με μια μαλακή κίνηση. Οι διαμαρτυρίες των πονεμένων μυών χάθηκαν κάτω από μια πλημμύρα πόνου στο πλευρό του, σαν να τον είχαν καρφώσει άλλη μια φορά, κι έκανε ένα ολόκληρο λεπτό για να ανασάνει ξανά, αλλά δεν άφησε τίποτα απ’ αυτά να φανεί.
Η Εγκουέν έκανε τη Μιστ να πλησιάσει τον Τζήντ’εν, αρκετά κοντά για να του ψιθυρίσει. «Αν δεν μπορείς να ανέβεις πιο σωστά στο άλογο, Ραντ αλ’Θόρ, ίσως πρέπει να ξεχάσεις για λίγες μέρες την ιππασία». Η Αβιέντα έδειχνε ανέκφραστη, όπως συνήθιζαν οι Αελίτες, αλλά το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο πρόσωπό του.
«Πρόσεξα κι εγώ πώς ανέβηκες», της είπε χαμηλόφωνα. «Ίσως θα έπρεπε να μείνεις εδώ και να βοηθήσεις τη Σορίλεα μέχρι να νιώσεις καλύτερα». Αυτό την έκανε να κλείσει το στόμα, αν κι έσφιξε τα χείλη με μια ξινή έκφραση. Η Αβιέντα χάρισε άλλο ένα χαμόγελο στη Σορίλεα· η ηλικιωμένη Σοφή ακόμα τους παρακολουθούσε.