Выбрать главу

Ο Ραντ χτύπησε με την μπότα το άλογό του κι αυτό πήρε τρέχοντας τον κατήφορο. Κάθε βήμα τού τράνταζε το πλευρό, κάνοντάς τον να ανασαίνει μέσα από τα δόντια του, αλλά είχε να διανύσει μεγάλη απόσταση και δεν μπορούσε να πάει με το πάσο του. Εκτός αυτού, το βλέμμα της Σορίλεα του έδινε στα νεύρα.

Η Μιστ πρόφτασε τον Τζήντ’εν προτού κάνει πενήντα βήματα στην πυκνή βλάστηση του λόφου, και σε άλλα πενήντα ήρθαν και η Σούλιν με μια ομάδα Κόρες, που μερικές έτρεξαν για να πάρουν θέση μπροστά. Ήταν περισσότερες απ’ όσες έλπιζε ο Ραντ, αλλά δεν είχε σημασία. Γι’ αυτό που θα έκανε, δεν χρειαζόταν να πλησιάσει πολύ τη μάχη. Μπορούσαν να μείνουν μαζί του, ασφαλείς μακριά από κει.

Χρειάστηκε να κοπιάσει για να αδράξει το σαϊντίν, παρά το ανγκριάλ, και το βάρος του σαϊντίν έμοιαζε να τον πιέζει περισσότερο από κάθε άλλη φορά, και το μίασμα να είναι εντονότερο. Τουλάχιστον το Κενό τον θωράκιζε από τον πόνο που ένιωθε. Τουλάχιστον ως ένα σημείο. Κι αν ο Σαμαήλ προσπαθούσε πάλι να παίξει παιχνιδάκια μαζί του...

Έβαλε τον Τζήντ’εν να ταχύνει το βήμα. Ό,τι κι αν έκανε ο Σαμαήλ, ο Ραντ είχε ν’ ασχοληθεί με τα δικά του.

Η βροχή έσταζε από το γύρο του καπέλου του Ματ κι αυτός αναγκαζόταν κάθε λίγο να χαμηλώνει το κιάλι του και να σκουπίζει την άκρη του σωλήνα. Η νεροποντή είχε καταλαγιάσει το τελευταίο ημίωρο, όμως τα αραιά κλαριά από πάνω του δεν πρόσφεραν καταφύγιο. Το σακάκι του είχε μουλιάσει εδώ και ώρα, τα αυτιά του Πιπς ήταν χαμηλωμένα· το άλογο στεκόταν σαν μην είχε την παραμικρή πρόθεση να κινηθεί, όσο κι αν το χτυπούσε με τις φτέρνες. Ο Ματ δεν ήξερε στα σίγουρα τι ώρα ήταν. Κάπου στα μισά του απογεύματος, νόμιζε, αλλά τα σκοτεινά σύννεφα δεν είχαν αραιώσει με τη βροχή κι έκρυβαν τον ήλιο. Από την άλλη μεριά, έμοιαζαν να είχαν περάσει τρεις ή τέσσερις μέρες από τότε που είχε κατέβει για να προειδοποιήσει τους Δακρυνούς. Ακόμα δεν ήξερε γιατί το είχε κάνει.

Κοίταζε προς τα νότια κι έψαχνε για μια διέξοδο. Διέξοδο για τρεις χιλιάδες άνδρες· τόσοι και περισσότεροι είχαν επιζήσει, αν και δεν είχαν ιδέα τι ετοίμαζε. Εκείνοι πίστευαν ότι έψαχνε να τους βρει κι άλλη μάχη, αλλά, κατά τη γνώμη του, οι τρεις, στις οποίες είχαν λάβει μέρος, έφταναν και περίσσευαν. Του φαινόταν ότι τώρα θα μπορούσε να το σκάσει και μόνος του, αρκεί να είχε τα μάτια του δεκατέσσερα και να κρατούσε την ψυχραιμία του. Τρεις χιλιάδες άνδρες όμως τραβούσαν τα βλέμματα όποτε μετακινούνταν, και δεν προχωρούσαν γρήγορα, εφόσον παραπάνω από τους μισούς προχωρούσαν πεζή. Γι’ αυτό είχε πάει σε κείνο τον Φωτοκατάρατο λόφο και γι’ αυτό οι Δακρυνοί και οι Καιρχινοί βρίσκονταν όλοι στριμωγμένοι στο μακρύ, στενό γούβωμα ανάμεσα σ’ αυτόν τον λόφο και στον επόμενο. Αν έτρεχε να το σκάσει έτσι απλά...

Κόλλησε ξανά το κιάλι στο μάτι του και κοίταξε νότια τους λόφους με τα αραιά δάση. Αραιά και πού υπήρχαν σύδενδρα, μερικά αρκετά μεγάλα, όμως η γη στο μεγαλύτερο μέρος της είχε χαμόδεντρα ή γρασίδι, ακόμα κι εδώ. Είχε επιστρέψει στα ανατολικά, χρησιμοποιώντας και την παραμικρή πτυχή του εδάφους, φέρνοντας τη φάλαγγα μαζί του από την άδενδρη γη σε σημείο που υπήρχε κάποια σωστή κάλυψη. Περνώντας μέσα από κείνους τους κεραυνούς και τις πύρινες μπάλες· δεν ήξερε αν αυτά ήταν το χειρότερο ή ίσως όταν η γη έσκαζε μ’ ένα δυνατό βρυχηθμό δίχως λόγο. Είχε κάνει τόσο κόπο, μόνο και μόνο για να δει ότι η μάχη τον ακολουθούσε. Απ’ ό,τι φαινόταν, δεν μπορούσε να βγει από το επίκεντρο της.

Πού είναι η καμένη η τύχη μου τώρα που τη χρειάζομαι; Ήταν βλάκας που είχε μείνει. Μπορεί να τους είχε κρατήσει ζωντανούς ως τώρα, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι θα μπορούσε να το συνεχίσει. Κάποια στιγμή, νωρίτερα ή αργότερα, τα ζάρια θα έφερναν τα Μάτια του Σκοτεινού. Αυτοί είναι στρατιώτες. Θα ’πρεπε να τα αφήσω όλα αυτά πάνω τους και να φύγω.

Αλλά συνέχισε να ψάχνει, να χτενίζει με το βλέμμα τις δασώδεις κορυφές και τις ράχες. Δεν πρόσφεραν κάλυψη αποκλειστικά στον ίδιο αλλά και στους Αελίτες του Κουλάντιν, όμως τους διέκρινε εδώ κι εκεί. Δεν ήταν όλοι μπλεγμένοι σε μάχες, αλλά όλες οι ομάδες που διέκρινε ήταν μεγαλύτερες από τη δικιά του, και όλες βρίσκονταν ανάμεσα σ’ αυτόν και στην ασφάλεια που θα πρόσφερε ο νότος, και δεν θα ήξερε ποιοι ήταν με το μέρος ποιου, παρά μόνο όταν θα ήταν πολύ αργά. Οι Αελίτες έμοιαζαν να το καταλαβαίνουν με μια ματιά, αλλά αυτό δεν τον βοηθούσε.

Ένα μίλι περίπου πιο πέρα, κάποιες εκατοντάδες μορφές, ντυμένες με καντιν’σόρ έτρεχαν κατά οκτάδες και κατευθύνονταν προς τα ανατολικά, περνώντας από ένα ύψωμα, όπου πέντ’ έξι χαμαιδάφνες πάσχιζαν να σχηματίσουν ένα δασάκι. Προτού η εμπροσθοφυλακή αρχίσει να κατεβαίνει από την άλλη μεριά, ένας κεραυνός άστραψε ανάμεσά τους, τινάζοντας άνδρες και χώμα, σαν πέτρα ριγμένη σε λίμνη. Ο Πιπς ούτε καν τρεμούλιασε όταν ο βρόντος έφτασε στον Ματ· το μουνούχι είχε συνηθίσει σε χτυπήματα κοντινότερα από αυτό.