Μερικοί πεσμένοι σηκώθηκαν κουτσαίνοντας, και αμέσως, όπως και οι άλλοι που είχαν μείνει όρθιοι, άρχισαν να ψάχνουν βιαστικά ανάμεσα σε όσους ήταν ασάλευτοι. Έσυραν δέκα-δώδεκα, τραβώντας τους από τους ώμους, κι εξαφανίστηκαν από το ψήλωμα, από κει που είχαν έρθει. Κανείς δεν στάθηκε να κοιτάξει τον κρατήρα. Ο Ματ τους είχε δει να μαθαίνουν αυτό το μάθημα· αν στέκονταν να περιμένουν, θα ήταν μια πρόσκληση για άλλη μια ασημένια λόγχη από τα σύννεφα. Μέσα σε μια στιγμή είχαν χαθεί από το βλέμμα του. Εκτός από τους νεκρούς.
Ο Ματ γύρισε το κιάλι προς τα ανατολικά. Έμοιαζε να υπάρχει λιακάδα μερικά μίλια πιο εκεί. Ο πύργος από κορμούς θα έπρεπε να φαίνεται, να ξεπροβάλλει πάνω από τα δένδρα, αλλά ο Ματ εδώ και ώρα δεν μπορούσε να τον βρει. Μπορεί να κοίταζε σε λάθος μέρη. Δεν είχε σημασία. Ο κεραυνός πρέπει να ήταν έργο του Ραντ, όπως και τα υπόλοιπα. Αν μπορέσω να φτάσω ως εκεί, τότε...
Θα ξαναβρισκόταν εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Ακόμα κι αν δεν ήταν η έλξη του τα’βίρεν να τον τραβάει πίσω, θα δυσκολευόταν να ξαναφύγει μόλις το μάθαινε η Μουαραίν. Και είχε να σκεφτεί και τη Μελίντρα. Οι γυναίκες δεν το καλοδέχονταν όταν ένας άνδρας προσπαθούσε να φύγει από τη ζωή τους χωρίς να τους το πει.
Καθώς γύριζε αργά το κιάλι, κυνηγώντας τον πύργο, μια πλαγιά γεμάτη αραιές χαμαιδάφνες και πέιπερμπαρκ ξαφνικά τυλίχτηκε στις φλόγες, μ’ όλα τα δένδρα να γίνονται μονομιάς αναμμένοι δαυλοί.
Χαμήλωσε αργά το σωλήνα με την μπρούντζινη επένδυση· δεν τον χρειαζόταν για να δει τη φωτιά, και ο πυκνός, γκρίζος καπνός ήδη σχημάτιζε ένα πηχτό σύννεφο στον ουρανό. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερα σημάδια για να καταλάβει μια διαβίβαση, όταν αυτή συνέβαινε. Είχε, άραγε, ο Ραντ αγγίξει τελικά το χείλος της τρέλας; Ή ίσως η Αβιέντα τελικά είχε βαρεθεί που ήταν αναγκασμένη να μένει κοντά του. Μην ταράζεις μια γυναίκα που μπορεί να διαβιβάζει· ο Ματ σπανίως κατόρθωνε να ακολουθήσει αυτόν τον κανόνα, αλλά προσπαθούσε.
Άσε τις εξυπνάδες για κάποιον άλλο, σκέφτηκε ξινά. Απλώς, προσπαθούσε να μη σκεφτεί την τρίτη πιθανότητα. Αν ο Ραντ δεν είχε τρελαθεί και αν δεν είχαν αποφασίσει να τον ξεφορτωθούν η Αβιέντα ή η Εγκουέν ή κάποια Σοφή, τότε κάποιος άλλος είχε βάλει το χεράκι του στη σημερινή υπόθεση. Ο Ματ ήξερε να προσθέσει δύο και δύο χωρίς να πει ότι κάνουν πέντε. Ο Σαμαήλ. Και σκεφτόταν να ξεφύγει από κει· δεν υπήρχε καμία διέξοδος εκεί πέρα. Μα το αίμα και τις στάχτες! Πού είναι η —;
Ένα πεσμένο κλαδάκι έτριξε κάτω από ένα πόδι πίσω του και ο Ματ αντέδρασε δίχως σκέψη, καθοδηγώντας τον Πιπς περισσότερο με τα γόνατα παρά με τα γκέμια, τραβώντας απότομα το δόρυ από το μπροστάρι της σέλας του.
Του Εστέαν παραλίγο θα του έπεφτε το κράνος και τα μάτια του γούρλωσαν, καθώς η κοντή λεπίδα σταμάτησε παρά τρίχα προτού του ανοίξει το κεφάλι στα δύο. Η βροχή τού είχε κολλήσει τα μαλλιά στο πρόσωπο. Ο Ναλέσεν, πεζός κι αυτός, χαμογέλασε πλατιά, εν μέρει ξαφνιασμένος, εν μέρει γελώντας με τη σαστισμάρα του άλλου νεαρού Δακρυνού. Με θεληματικό πρόσωπο και γεροδεμένο σώμα, ο Ναλέσεν ήταν ο δεύτερος μετά τον Μελάνριλ που οδηγούσε το Δακρυνό ιππικό. Ο Ταλμέηνς και ο Ντήριντ ήταν κι αυτοί εκεί, ένα βήμα πιο πίσω, ως συνήθως, με ανέκφραστη όψη κάτω από τα κωδωνόσχημα κράνη τους, επίσης ως συνήθως. Οι τέσσερις είχαν αφήσει τα άλογα πιο πέρα στα δένδρα.
«Έρχονται Αελίτες καταπάνω μας, Ματ», είπε ο Ναλέσεν, ενώ ο Ματ όρθωνε το δόρυ με το σημάδι του κορακιού. «Το Φως να κάψει την ψυχή μου, αν είναι έστω κι ένας λιγότερος από πέντε χιλιάδες». Χαμογέλασε και μ’ αυτό επίσης. «Δεν νομίζω πως ξέρουν ότι τους περιμένουμε».
Ο Εστέαν ένευσε κοφτά. «Πάνε από τις κοιλάδες και τις γούβες. Κρύβονται από...» Κοίταξε τα σύννεφα και ανατρίχιασε. Δεν ήταν ο μόνος που ανησυχούσε για το τι μπορεί να έριχνε ο ουρανός· οι άλλοι τρεις ύψωσαν κι αυτοί το βλέμμα. «Τέλος πάντων, είναι φανερό ότι θέλουν να περάσουν από κει που βρίσκονται οι άνδρες του Ντήριντ». Η φωνή του είχε μια δόση σεβασμού όταν ανέφερε τις λόγχες. Μπορεί να ήταν συγκρατημένος και αδύναμος, αλλά ήταν δύσκολο να κοιτάς περιφρονητικά κάποιον όταν σου είχε σώσει το τομάρι μερικές φορές. «Θα πέσουν πάνω μας προτού μας δουν».
«Υπέροχα», είπε μαλακά ο Ματ. «Απλώς υπέροχα».
Το εννοούσε σαρκαστικά, όμως ο Ναλέσεν και ο Εστέαν δεν έπιασαν φυσικά την ουσία. Έδειξαν να ενθουσιάζονται. Όμως το σημαδεμένο πρόσωπο του Ντήριντ ήταν ανέκφραστο σαν βράχος και ο Ταλμέηνς ύψωσε ελάχιστα το φρύδι, κοιτώντας τον Ματ, και κούνησε τόσο δα το κεφάλι. Αυτοί οι δύο ήξεραν από μάχες.