Η πρώτη συνάντηση με τους Σάιντο ήταν ένα στοίχημα με ίσες πιθανότητες, το οποίο δεν θα είχε δεχθεί ο Ματ, αν δεν ήταν αναγκασμένος. Δεν άλλαζε τίποτα το γεγονός ότι οι αστραπές είχαν κλονίσει τους Αελίτες αρκετά, ώστε να τους τρέψουν σε άτακτη φυγή. Δυο φορές ακόμα σήμερα είχαν πολεμήσει, όταν ο Ματ είχε βρεθεί σε καταστάσεις που έπρεπε ή να αιφνιδιάσει τους Αελίτες ή να τον αιφνιδιάσουν αυτοί, αλλά και στις δύο φορές η έκβαση δεν ήταν τόσο πετυχημένη όσο πίστευαν οι Δακρυνοί. Τη μια είχαν καταλήξει σε ισοπαλία, μόνο όμως επειδή είχε καταφέρει να κάνει τους Σάιντο να τον χάσουν, όταν αυτοί είχαν οπισθοχωρήσει για να ανασυγκροτηθούν. Ή, τουλάχιστον, δεν είχαν επιστρέψει, όσο αυτός απομάκρυνε τους στρατιώτες περνώντας από τις φιδίσιες κοιλάδες ανάμεσα στους λόφους. Υποψιαζόταν ότι κάτι άλλο τους είχε τραβήξει την προσοχή· ίσως κι άλλοι κεραυνοί ή πύρινες μπάλες ή το Φως μόνο ήξερε τι. Ο Ματ γνώριζε πολύ καλά τι τους είχε επιτρέψει να γλιτώσουν από την τελευταία μάχη σώοι οι περισσότεροι. Ήταν μια άλλη ομάδα Αελιτών, που είχαν επιτεθεί από πίσω σ’ αυτούς που τον μάχονταν, πάνω στην ώρα που θα υποχωρούσαν οι λογχοφόροι. Οι Σάιντο είχαν αποφασίσει να υποχωρήσουν προς το νότο, και όσο για τους άλλους ― ο Ματ ακόμα δεν ήξερε ποιοι ήταν― είχαν στρίψει προς τα δυτικά, αφήνοντάς στα χέρια του το πεδίο της μάχης. Ο Ναλέσεν και ο Εστέαν το θεωρούσαν καθαρή νίκη. Ο Ντήριντ και ο Ταλμέηνς όμως γνώριζαν καλύτερα.
«Σε πόση ώρα;» ρώτησε ο Ματ.
Του απάντησε ο Ταλμέηνς. «Σε μισή ώρα. Ίσως λίγο περισσότερο, αν η χάρη μάς ευνοήσει». Οι Δακρυνοί έδειξαν να αμφιβάλλουν· ακόμα δεν καταλάβαιναν πόσο γρήγορα μπορούσαν να κινηθούν οι Αελίτες.
Ο Ματ δεν είχε τέτοιες ψευδαισθήσεις. Είχε ήδη μελετήσει την περιβάλλουσα περιοχή, όμως την ξανακοίταξε και αναστέναξε. Είχε πολύ καλή θέα απ’ αυτό το λόφο και η μόνη κάπως πυκνή συστάδα δένδρων σε ακτίνα μισού μιλίου ήταν ακριβώς εκεί που καθόταν στη σέλα του. Η υπόλοιπη περιοχή ήταν όλο χαμόδεντρα, ελάχιστα από τα οποία έφταναν ως τη μέση ενός ανθρώπου, με αραιές χαμαιδάφνες και πέιπερμπαρκ και καμιά βελανιδιά πού και που. Οι Αελίτες σίγουρα θα έστελναν μπροστά ανιχνευτές να ρίξουν μια ματιά, και, στο χρονικό διάστημα που διέθεταν, δεν προλάβαιναν να κρυφτούν ούτε οι έφιπποι. Οι λογχοφόροι θα ήταν εκεί στ’ ανοιχτά. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει —ήταν πάλι περίπτωση που ή θα τον αιφνιδίαζαν ή θα τους αιφνιδίαζε― αλλά δεν του άρεσε.
Είχε ρίξει μονάχα μια ματιά, αλλά, προτού προλάβει να ανοίξει το στόμα του, ο Ντήριντ είπε, «Οι ανιχνευτές μου λένε ότι μ’ αυτούς εδώ είναι κι ο ίδιος ο Κουλάντιν. Ή, τουλάχιστον, ο αρχηγός τους έχει τα χέρια γυμνά και δείχνει σημάδια σαν αυτά που λένε ότι φέρει και ο Άρχοντας Δράκοντας».
Ο Ματ μούγκρισε. Ο Κουλάντιν, που κατευθυνόταν ανατολικά. Αν ο Ματ έβρισκε τρόπο να παραμερίσει, ο Κουλάντιν θα έπεφτε πάνω στον Ραντ. Μπορεί αυτό ακριβώς να ήθελε. Ο Ματ ένιωσε ότι μέσα του έβραζε, και αυτό δεν είχε καμία σχέση με το ότι ο Κουλάντιν ήθελε να σκοτώσει τον Ραντ. Ο αρχηγός των Σάιντο ή όποιος κι αν ήταν αυτός μπορεί να θυμόταν αμυδρά τον Ματ σαν κάποιον που γυρόφερνε τον Ραντ, αλλά ο Κουλάντιν ήταν ο λόγος που ο Ματ ήταν στριμωγμένος εκεί, στο μέσον μιας μάχης, προσπαθώντας να επιζήσει, ενώ σκεφτόταν ότι η μάχη ανά πάσα στιγμή μπορούσε να γίνει προσωπικός καυγάς μεταξύ του Ραντ και του Σαμαήλ, ένας καυγάς που ενδεχομένως θα σκότωνε τους πάντες και τα πάντα σε ακτίνα δύο ή τριών μιλίων. Κι όλα αυτά, αν δεν μου καρφώσουν πρώτα κάνα δόρυ στο στήθος. Και δεν είχε περισσότερο λόγο σ’ αυτό απ’ όσο μια χήνα κρεμασμένη έξω από την πόρτα της κουζίνας. Τίποτα απ’ αυτά δεν θα συνέβαινε, αν δεν ήταν ο Κουλάντιν.
Κρίμα που κανείς δεν είχε σκοτώσει αυτόν τον άνθρωπο πριν από χρόνια. Είχε δώσει πλήθος αφορμές. Οι Αελίτες σπανίως άφηναν το θυμό τους να φανεί, και όταν τον έδειχναν, ήταν ψυχρός, συγκρατημένος. Ο Κουλάντιν, αντιθέτως, έμοιαζε να λυσσομανά δυο-τρεις φορές τη μέρα, να βγαίνει έξαλλος εκτός εαυτού, τόσο εύκολα όσο μπορεί να σπάσει ένα άχυρο. Ήταν θαύμα που ζούσε ακόμα, είχε την τύχη του Σκοτεινού.
«Ναλέσεν», είπε θυμωμένος ο Ματ, «πάρε τους Δακρυνούς και κάνε έναν πλατύ κύκλο προς το βορρά και πήγαινε να ριχτείς στους φίλους μας από πίσω. Εμείς θα αποσπάσουμε την προσοχή τους, γι’ αυτό κάνε γρήγορα και πέσε πάνω τους σαν στάβλος που γκρεμίζεται». Έχει την τύχη του Σκοτεινού, ε; Μα το αίμα και τις στάχτες, ελπίζω να έχει επιστρέψει και η δική μου τύχη. «Ταλμέηνς, κάνε κι εσύ το ίδιο προς το νότο. Φύγετε, εμπρός. Δεν έχουμε χρόνο, μην τον σπαταλάμε».
Οι δύο Δακρυνοί υποκλίθηκαν βιαστικά κι έτρεξαν στα άλογά τους, ενώ έβαζαν τα κράνη τους. Ο Ταλμέηνς υποκλίθηκε με περισσότερη επισημότητα. «Η χάρη να χαμογελά στο σπαθί σου, Ματ. Ή ίσως θα έπρεπε να πω στο δόρυ σου». Και μετά χάθηκε κι αυτός.