Ο Ντήριντ ύψωσε το βλέμμα στον Ματ, καθώς οι τρεις κατηφόριζαν το λόφο, και σκούπισε τη βροχή από τα μάτια με το δάχτυλό του. «Άρα αυτή τη φορά θα μείνεις με τις λόγχες. Μην αφήνεις τον θυμό σου με τον Κουλάντιν να σε πνίξει. Η μάχη δεν είναι το κατάλληλο πεδίο για μια μονομαχία μαζί του».
Ο Ματ μόλις κατάφερε να μην μείνει με το στόμα ανοιχτό. Μονομαχία; Αυτός; Με τον Κουλάντιν; Ο Ντήριντ νόμιζε ότι γι’ αυτό θα έμενε με το πεζικό; Το είχε διαλέξει επειδή ήταν ασφαλέστερο να είσαι πίσω από τις λόγχες. Αυτός ήταν ο λόγος. Ο μοναδικός λόγος. «Μη ανησυχείς. Μπορώ να συγκρατηθώ». Και είχε σκεφτεί ότι ο Ντήριντ ήταν ο λογικότερος απ’ όλους εκεί.
Ο Καιρχινός απλώς ένευσε. «Το ήξερα. Ορκίζομαι πως έχεις ξαναδεί λόγχες από κοντά και σίγουρα έχεις αντιμετωπίσει κάποιες επελάσεις. Ο Ταλμέηνς επαινεί μόνο όταν υπάρχουν δυο φεγγάρια στον ουρανό, αλλά τον άκουσα να λέει ότι θα σε ακολουθούσε όπου κι αν τον οδηγούσες. Κάποια μέρα θα ήθελα να ακούσω την ιστορία σου, Αντορίτη. Μα είσαι νεαρός —μα το Φως, το λέω μ’ όλο το σεβασμό — και το αίμα των νεαρών βράζει».
«Αν μη τι άλλο, αυτή η βροχή θα το δροσίσει». Μα το αίμα και τις στάχτες. Ήταν όλοι μουρλοί; Τον επαινούσε ο Ταλμέηνς; Αναρωτήθηκε τι θα έλεγαν, αν μάθαιναν ότι ήταν ένας τζογαδόρος που ακολουθούσε κουρέλια αναμνήσεων από ανθρώπους νεκρούς εδώ και χίλια χρόνια. Θα έριχναν κλήρο για να δουν ποιος θα τον πρωτοσούβλιζε σαν γουρούνι. Ειδικά οι άρχοντες· σε κανέναν δεν άρεσε να γελοιοποιείται, αλλά με τους άρχοντες ήταν ακόμα χειρότερα, ίσως επειδή κατόρθωναν τόσο συχνά να γελοιοποιούνται από μόνοι τους. Τέλος πάντων, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, σκόπευε να βρίσκεται μίλια μακριά όταν θα το ανακάλυπταν. Ο καμένος ο Κουλάντιν. Θα ’θελα να χώσω αυτό το δόρυ στο λαρύγγι του! Κλώτσησε με τις φτέρνες τον Πιπς και ξεκίνησε για την απέναντι πλαγιά, όπου περίμενε το πεζικό πιο κάτω.
Ο Ντήριντ ανέβηκε στο άλογό του και τον ακολούθησε, νεύοντας, καθώς ο Ματ τού ανέπτυσσε το σχέδιό του. Οι τοξότες θα ήταν στις πλαγιές, απ’ όπου μπορούσαν να καλύψουν τα πλαϊνά, αλλά ξαπλωμένοι, κρυμμένοι στους θάμνους μέχρι την τελευταία στιγμή. Ένας άνδρας θα ήταν στη ράχη, για να δώσει σήμα όταν θα εμφανίζονταν οι Αελίτες, και οι λόγχες θα ξεκινούσαν μαζί με τον Ματ, προελαύνοντας ευθεία προς τον εχθρό που θα πλησίαζε. «Μόλις δούμε εμείς τους Σάιντο, θα οπισθοχωρήσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε, σχεδόν ως πίσω στο χάσμα ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο λόγους, και μετά θα στρίψουμε για να τους αντιμετωπίσουμε».
«Θα νομίζουν ότι θέλαμε να σκάσουμε, καταλάβαμε ότι δεν μπορούμε, και γυρίσαμε επιτόπου σαν αρκούδα που τα βάζει με λαγωνικά», του απάντησε ο Ντήριντ. «Όταν δουν ότι είμαστε οι μισοί απ’ αυτούς και πολεμάμε μόνο επειδή είμαστε αναγκασμένοι, τότε θα πιστέψουν ότι θα μας λιώσουν. Αν μπορέσουμε να κρατήσουμε την προσοχή τους μέχρι να έρθει το ιππικό από πίσω...» Ο Καιρχινός χαμογέλασε. «Χρησιμοποιούμε την τακτική των Αελιτών εναντίον τους».
«Πρέπει να κρατήσουμε την προσοχή τους, που να καεί». Όσο βρεγμένος ήταν ο Ματ, τόσο ξερός ήταν ο τόνος του. «Για να το εξασφαλίσουμε αυτό —για να εξασφαλίσουμε ότι δεν θα αρχίσουν να κάνουν αυτοί κύκλους γύρω από τα πλαϊνά μας― θέλω να υψώσουμε φωνή, αμέσως μόλις σταματήσεις την υποχώρηση. “Προστατέψτε τον Άρχοντα Δράκοντα”». Αυτή τη φορά ο Ντήριντ έβαλε τα γέλια.
Αυτό σίγουρα θα έφερνε τους Σάιντο, ειδικά αν τους οδηγούσε ο Κουλάντιν, Αν πράγματι καθοδηγούσε ο Κουλάντιν, αν πίστευε πως ο Ραντ ήταν με τους λογχοφόρους, αν οι λόγχες άντεχαν μέχρι να φτάσει το ιππικό... Πολλά «αν». Ο Ματ άκουγε πάλι τα ζάρια να γυρνάνε στο κεφάλι του. Ήταν το πιο μεγάλο στοίχημα που είχε βάλει στη ζωή του. Αναρωτήθηκε πόση ώρα ήθελε ακόμα μέχρι να πέσει η νύχτα· μέσα στο σκοτάδι, κάποιος θα είχε τη δυνατότητα να το σκάσει. Ευχήθηκε να έβγαιναν εκείνα τα ζάρια από το μυαλό του ή τουλάχιστον να έπεφταν κάποια στιγμή, για να δει τι θα έδειχναν. Με σκυθρωπή όψη μέσα στη βροχή, συνέχισε με τον Πιπς να κατεβαίνουν τη λοφοπλαγιά.
Ο Τζήντ’εν σταμάτησε σε μια ράχη, όπου μια ντουζίνα δένδρα σχημάτιζαν ένα αραιό λοφίο, και ο Ραντ καμπούριασε λίγο με τον πόνο στο πλευρό του. Η ημισέληνος, που είχε υψωθεί, έριχνε ένα χλωμό φως, όμως ακόμα και για το ενισχυμένο με το σαϊντίν βλέμμα του, ό,τι απείχε πάνω από εκατό βήματα ήταν μια θολή σκιά. Η νύχτα κατάπινε ολόκληρους τους γύρω λόφους, και ο Ραντ μόλις που ένιωθε τη Σούλιν να στέκεται εκεί κοντά, και τις Κόρες ολόγυρά του. Με δυσκολία κρατούσε τα μάτια ανοιχτά· τα ένιωθε να τον τρώνε, και του φαινόταν ότι ο πόνος που του ροκάνιζε το πλευρό ήταν το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ξύπνιο. Δεν τον σκεφτόταν πολύ συχνά. Αν και τώρα ο πόνος δεν ήταν μόνο μακρινός, ήταν και αργός.