Άραγε σήμερα ο Σαμαήλ είχε κάνει δυο φορές απόπειρα κατά της ζωής του ή τρεις; Περισσότερες; Του φαινόταν ότι θα έπρεπε να θυμάται πότε κάποιος προσπαθούσε να τον σκοτώσει. Όχι, όχι να τον σκοτώσει. Να τον παρασύρει. Ακόμα με φθονείς, Τελ Τζάνιν; Πότε σε αδίκησα, πότε σου στέρησα το παραμικρό από το μοιράδι σου;
Ο Ραντ ταλαντεύτηκε, πέρασε το χέρι από τα μαλλιά του. Είχε κάτι παράξενο αυτή η σκέψη, αλλά δεν θυμόταν τι. Ο Σαμαήλ... Όχι. Θα τον κανόνιζε, όταν... αν... Δεν είχε σημασία. Αργότερα. Σήμερα ο Σαμαήλ ήταν απλώς κάτι που του αποσπούσε την προσοχή από αυτό που ήταν σημαντικό. Μπορεί και να είχε φύγει.
Αόριστα, σκέφτηκε ότι δεν είχε συμβεί επίθεση ύστερα από... Από τι; Θυμήθηκε πως είχε απαντήσει στην τελευταία κίνηση του Σαμαήλ με κάτι ιδιαίτερα άσχημο, αλλά δεν μπορούσε να φέρει την ανάμνηση στην επιφάνεια. Δεν ήταν μοιροφωτιά. Δεν πρέπει να χρησιμοποιώ μοιροφωτιά. Απειλεί το υφάδι του Σχήματος. Ούτε καν για την Ιλυένα; Θα έκαιγα τον κόσμο και θα έβαζα την ψυχή μου προσάναμμα, για να ξανακούσω το γέλιο της.
Η σκέψη του πάλι ξεστράτιζε απ’ αυτό που ήταν σημαντικό.
Όταν είχε βασιλέψει ο ήλιος, όση ώρα πριν κι αν είχε γίνει αυτό, η μάχη συνεχιζόταν, οι σκιές που μάκραιναν σταδιακά ρουφούσαν το χρυσοκόκκινο φως, οι άνδρες σκότωναν και πέθαιναν. Τώρα οι άστατοι άνεμοι έφερναν ακόμα μακρινές φωνές και ουρλιαχτά. Εξαιτίας του Κουλάντιν, αυτό ήταν αλήθεια, αλλά, στην καρδιά του ζητήματος, εξαιτίας του ίδιου.
Για μια στιγμή, δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομά του.
«Ραντ αλ’Θόρ», είπε μεγαλόφωνα κι ανατρίχιασε, παρ’ όλο που το σακάκι του ήταν μουσκεμένο από τον ιδρώτα. Για μια στιγμή, εκείνο το όνομα τού είχε φανεί παράξενο. «Είμαι ο Ραντ αλ’Θόρ, και πρέπει να... πρέπει να δω».
Είχε να φάει από το πρωί, όμως το μίασμα στο σαϊντίν τού έδιωχνε την πείνα. Το Κενό ριγούσε διαρκώς και ο Ραντ κρεμόταν από την Αληθινή Πηγή με τα νύχια. Ήταν σαν να καβαλούσε ταύρο που είχε τρελαθεί από το κοκκινόχορτο, σαν να κολυμπούσε σε ένα ποτάμι από φωτιά που το ανάδευαν αιχμηρά αγκωνάρια πάγου. Όμως, όταν δεν ένιωθε σαν να τον ξεκοιλιάζουν, να τον χτυπούν, να τον πνίγουν, του φαινόταν ότι το σαϊντίν ήταν η μόνη δύναμη που του είχε απομείνει. Το σαϊντίν ήταν εκεί, άγγιζε τα όρια του εαυτού του, προσπαθούσε να του ποτίσει ή να του διαβρώσει το μυαλό, αλλά ήταν έτοιμο να χρησιμοποιηθεί.
Διαβίβασε μ’ ένα σπασμωδικό νεύμα και κάτι φάνηκε να καίγεται ψηλά στον ουρανό. Κάτι. Μια μπάλα από γαλάζια φλόγα που ανάβραζε, διώχνοντας το σκοτάδι με το σκληρό φως της.
Λόφοι εμφανίστηκαν γύρω του, δένδρα μαύρα στον τραχύ φωτισμό. Τίποτα δεν σάλευε. Μια σπιλιάδα του ανέμου τού έφερε έναν αμυδρό ήχο. Ζητωκραυγές ίσως, ή τραγούδια. Ή μπορεί να το είχε φανταστεί· ήταν τόσο αδύναμος ο ήχος, που μπορεί να ήταν δημιούργημα της φαντασίας του, κι έσβησε με τον άνεμο.
Ξαφνικά, ο Ραντ κατάλαβε ότι υπήρχαν Κόρες γύρω του, εκατοντάδες. Μερικές, ανάμεσά τους και η Σούλιν, είχαν το βλέμμα τους πάνω του, αλλά πολλές είχαν τα μάτια σφαλισμένα σφιχτά. Άργησε μια στιγμή, αλλά κατάλαβε ότι προσπαθούσαν να διατηρήσουν τη νυχτερινή όρασή τους. Έσμιξε τα φρύδια, ψάχνοντας με το βλέμμα. Η Εγκουέν και η Αβιέντα δεν ήταν πια εκεί. Μια ακόμα ατέλειωτη στιγμή πέρασε, και τότε θυμήθηκε και άφησε την ύφανση της διαβίβασης του για να αγκαλιάσει πάλι το σκοτάδι την περιοχή. Τώρα μια βαθιά μαυρίλα του έκλεινε το βλέμμα.
«Πού είναι;» Ένιωσε μια αόριστη ενόχληση που έπρεπε να πει ποιες εννοούσε, και κατάλαβε, αόριστα επίσης, ότι η ενόχληση ήταν αναίτια.
«Όταν σουρούπωσε, πήγαν στη Μουαραίν Σεντάι και στις Σοφές, Καρ’α’κάρν», απάντησε η Σούλιν, πλησιάζοντας τον Τζήντ’εν. Τα κοντά λευκά μαλλιά της έλαμπαν στο φεγγαρόφωτο. Όχι, το κεφάλι της ήταν δεμένο με επίδεσμο. Πώς το είχε ξεχάσει; «Πέρασαν δυο ολόκληρες ώρες. Ξέρουν ότι η σάρκα δεν είναι πέτρα. Ακόμα και τα πιο γερά πόδια δεν μπορούν να τρέχουν συνέχεια».
Ο Ραντ έσμιξε τα φρύδια. Πόδια; Οι δύο γυναίκες ίππευαν τη Μιστ. Δεν είχε νόημα αυτό που έλεγε η Σούλιν. «Πρέπει να βρεθούν».
«Είναι με τη Μουαραίν Σεντάι και με τις Σοφές, Καρ’α’κάρν», του είπε αργά εκείνη. Του φάνηκε ότι είχε σμίξει κι αυτή τα φρύδια, αλλά δεν ήταν σίγουρος.
«Όχι αυτές», μουρμούρισε. «Πρέπει να βρω το λαό μου. Είναι ακόμα εκεί έξω, Σούλιν». Γιατί δεν προχωρούσε το άτι; «Τους ακούς; Εκεί πέρα, μέσα στη νύχτα. Πολεμούν ακόμα. Πρέπει να τους βοηθήσω». Φυσικά· έπρεπε να κλωτσήσει με τις φτέρνες τα πλευρά του πιτσιλωτού αλόγου. Αλλά, όταν το έκανε, ο Τζήντ’εν απλώς σάλεψε προς το πλάι, καθώς η Σούλιν τον κρατούσε από τα γκέμια. Δεν τη θυμόταν να έχει πιάσει τα γκέμια.