Выбрать главу

«Οι Σοφές πρέπει να σου μιλήσουν, Ραντ αλ’Θόρ». Η φωνή της είχε αλλάξει, αλλά ήταν τόσο κουρασμένος, που τώρα δεν καταλάβαινε τον τόνο της.

«Δεν μπορεί να περιμένει αυτό;» Μάλλον δεν είχε προσέξει τον αγγελιαφόρο με το μήνυμα. «Πρέπει να τους βρω, Σούλιν».

Η Ενάιλα φάνηκε να ξεφυτρώνει από την άλλη μεριά του κεφαλιού του αλόγου του. «Έχεις βρει το λαό σου, Ραντ αλ’Θόρ».

«Οι Σοφές σε περιμένουν», πρόσθεσε η Σούλιν. Οι δύο γυναίκες έκαναν τον Τζήντ’εν να γυρίσει, δίχως να περιμένουν τη σύμφωνη γνώμη του Ραντ. Οι Κόρες για κάποιο λόγο πλησίασαν και στριμώχτηκαν γύρω του, καθώς όλοι μαζί έπαιρναν ένα στριφογυριστό δρομάκι που κατηφόριζε τη λοφοπλαγιά, και τα πρόσωπά τους καθρέφτιζαν το φεγγαρόφωτο, καθώς τον κοίταζαν, τόσο κοντά, ώστε οι ώμοι τους άγγιζαν τα πλευρά του αλόγου.

«Δεν ξέρω τι θέλουν», μούγκρισε, «αλλά καλά θα κάνουν να μην καθυστερήσουν». Δεν χρειαζόταν να οδηγούν αυτές τον Τζήντ’εν, όμως ο Ραντ θεώρησε ότι θα ήταν υπερβολικός κόπος να διαμαρτυρηθεί. Γύρισε να κοιτάξει πίσω, γρυλίζοντας από τον πόνο στο πλευρό του· η νύχτα είχε καταπιεί τη ράχη του λόφου. «Έχω ακόμα πολλά να κάνω. Πρέπει να βρω...» Τον Κουλάντιν. Τον Σαμαήλ. Τους άνδρες που πολεμούσαν και πέθαιναν για τον Ραντ. «Πρέπει να τους βρω». Ήταν τόσο κουρασμένος, αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί ακόμα.

Λάμπες πάνω σε στύλους φώτιζαν το στρατόπεδο των Σοφών και υπήρχαν φωτιές με κατσαρολάκια γεμάτα νερό, τα οποία, μόλις έβραζαν, αντικαθίσταντο από λευκοφορεμένους άνδρες και γυναίκες. Παντού έτρεχαν γκαϊ’σάιν, όπως και Σοφές επίσης, για να φροντίσουν τους πληγωμένους που είχαν πλημμυρίσει το στρατόπεδο. Η Μουαραίν ακολουθούσε τις μακριές σειρές εκείνων που δεν μπορούσαν να σταθούν· κοντοστεκόταν, σπανίως, για να αγγίξει με τα χέρια κάποιον Αελίτη, ο οποίος τότε σφάδαζε, καθώς Θεραπευόταν. Η Μουαραίν μετά ορθωνόταν και ταλαντευόταν, και ο Λαν στεκόταν πίσω της, σαν να ήθελε να την πιάσει προτού πέσει, σαν να περίμενε ότι σε λίγο θα έπεφτε. Η Σούλιν αντάλλαξε μερικές κουβέντες με την Αντελίν και την Ενάιλα, τόσο χαμηλόφωνα, που ο Ραντ δεν μπόρεσε να ακούσει τίποτα, και οι νεότερες γυναίκες έτρεξαν να μιλήσουν στην Άες Σεντάι.

Παρά τον αριθμό των τραυματιών, δεν είχαν πάει όλες οι Σοφές να τους φροντίσουν. Μέσα σε ένα περίπτερο στην άκρη, περίπου είκοσι Σοφές κάθονταν σε κύκλο και άκουγαν μια που στεκόταν στο κέντρο. Όταν αυτή κάθισε, μια άλλη πήρε τη θέση της. Οι γκαϊ’σάιν γονάτιζαν έξω από το περίπτερο, όμως καμία από τις Σοφές δεν φαινόταν να νοιάζεται για κρασί ή για οτιδήποτε άλλο, εκτός μόνο από αυτά που άκουγαν. Του Ραντ του φάνηκε ότι η ομιλήτρια ήταν η Άμυς.

Προς έκπληξή του, και ο Ασμόντιαν βοηθούσε τους πληγωμένους, μ’ ένα ασκί γεμάτο νερό κρεμασμένο σε κάθε ώμο, ένα παράξενο θέαμα πλάι στο σκούρο βελούδινο σακάκι του και στη λευκή δαντέλα. Έχοντας δώσει νερό σε κάποιον που ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, εκτός από τους επιδέσμους του, ορθώθηκε, είδε τον Ραντ και κοντοστάθηκε.

Έπειτα από μια στιγμή, έδωσε τα ασκιά σε έναν γκαϊ’σάιν και πέρασε ανάμεσα από τις Κόρες για να πλησιάσει τον Ραντ. Εκείνες τον αγνόησαν —παρακολουθούσαν την Αντελίν και την Ενάιλα, που μιλούσαν με τη Μουαραίν, ή κοίταζαν τον Ραντ― και, όταν πια έφτασε και στάθηκε έξω από τον συμπαγή κύκλο των Φαρ Ντάραϊς Μάι γύρω από τον Τζήντ’εν, είχε μια έντονη έκφραση. Παραμέρισαν αργά και άνοιξαν ένα στενό δρομάκι, ίσα-ίσα για να φτάσει στον αναβολέα του Ραντ.

«Ήμουν σίγουρος ότι είσαι σώος. Ήμουν σίγουρος». Ο τόνος της φωνής του έδειχνε ότι κάθε άλλο παρά σίγουρος ήταν. Ο Ραντ δεν μίλησε και ο Ασμόντιαν σήκωσε τους ώμους αμήχανα. «Η Μουαραίν επέμεινε να κουβαλώ νερό. Πολύ ισχυρή γυναίκα, για να μην επιτρέπει στον βάρδο του Άρχοντα Δράκοντα να...» Η φωνή του έσβησε κι αυτός έγλειψε γοργά τα χείλη. «Τι συνέβη;»

«Ο Σαμαήλ», είπε ο Ραντ, αλλά δεν του απαντούσε. Απλώς έλεγε τις σκέψεις που αιωρούνταν στο Κενό. «Θυμάμαι τότε που πρωτονομάστηκε Καταστροφέας της Ελπίδας. Αφότου πρόδωσε τις Πύλες του Χέβαν κι έφερε τη Σκιά εκεί κάτω στο Ρορν Μ’ντόι και στην καρδιά του Σατέλ. Η ελπίδα ήταν σαν να πέθανε εκείνη τη μέρα. Ο Κούλαν Κούχαν έκλαψε. Τι συνέβη;» Το πρόσωπο του Ασμόντιαν είχε ασπρίσει σαν τα μαλλιά της Σούλιν· απλώς κούνησε το κεφάλι βουβά. Ο Ραντ κοίταξε το περίπτερο. Δεν γνώριζε αυτήν που μιλούσε τώρα. «Εκεί με περιμένουν; Τότε πρέπει να πάω να τις συναντήσω».

«Δεν θα σε καλωσορίσουν ακόμα», είπε ο Λαν, καθώς εμφανιζόταν πλάι στον Ασμόντιαν, ο οποίος τινάχτηκε, «ούτε οποιονδήποτε άλλον άνδρα». Ούτε ο Ραντ είχε καταλάβει τον Πρόμαχο που πλησίαζε, αλλά απλώς έστριψε το κεφάλι. Ακόμα κι αυτό απαιτούσε κόπο. Έμοιαζε να είναι το κεφάλι κάποιου άλλου. «Έχουν συνάντηση με τις Σοφές από το Μιαγκόμα, το Κοντάρα, το Σιάντε και το Νταράυν».