Выбрать главу

«Οι φατρίες έρχονται με το μέρος μου», είπε ανέκφραστα ο Ραντ. Αλλά περίμεναν τόσο, που η σημερινή μέρα ήταν ακόμα πιο αιματηρή. Αυτό στα παραμύθια δεν συνέβαινε ποτέ.

«Έτσι φαίνεται. Όμως οι τέσσερις αρχηγοί δεν θα συναντηθούν μαζί σου μέχρι να το ρυθμίσουν οι Σοφές», πρόσθεσε ξερά ο Λαν. «Έλα. Η Μουαραίν μπορεί να σου πει περισσότερα απ’ όσα εγώ».

Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. «Αυτό τελείωσε. Θα ακούσω μετά τις λεπτομέρειες. Αν ο Χαν δεν χρειάζεται πια να προστατεύει τα νώτα μας απ’ αυτούς, τότε τον θέλω. Σούλιν, στείλε αγγελιοφόρο. Ο Χαν―»

«Τελείωσε, Ραντ», επέμεινε ο Πρόμαχος. «Όλα τελείωσαν. Μόνο λίγοι Σάιντο έχουν μείνει νότια της πόλης. Χιλιάδες πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους περνούν τον Γκάελιν. Θα σου στέλναμε μήνυμα εδώ και μια ώρα, αν ήξερε κάποιος πού ήσουν. Όλο άλλαζες θέση. Έλα να σου τα πει η Μουαραίν».

«Τελείωσε; Νικήσαμε;»

«Νίκησες. Απόλυτα».

Ο Ραντ κοίταξε τους άνδρες που τους έβαζαν επιδέσμους, τις υπομονετικές σειρές εκείνων που περίμεναν επιδέσμους, τους άνδρες που είχαν τελειώσει και έφευγαν. Τις σειρές που έμεναν σχεδόν ακίνητες. Η Μουαραίν ακόμα τις ακολουθούσε εκείνες, κοντοστεκόταν εδώ κι εκεί για να Θεραπεύσει. Ελάχιστοι από τους πληγωμένους θα ήταν εδώ, φυσικά. Οι τραυματισμένοι θα έρχονταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και θα έφευγαν όποτε μπορούσαν. Αν μπορούσαν. Κανένας από τους νεκρούς δεν θα ήταν εκεί. Μόνο μια χαμένη μάχη είναι πιο θλιβερό θέαμα από μια κερδισμένη. Θυμόταν πως το είχε πει κάποτε αυτό, παλιά. Ίσως να το ’χε διαβάσει.

Όχι. Ήταν πολλοί οι ζωντανοί για τους οποίους έφερε ευθύνη, δεν θα ανησυχούσε και για τους νεκρούς. Όμως πόσα πρόσωπα θα αναγνωρίζω ανάμεσά τους, όπως της Τζόλιεν; Ποτέ δεν θα ξεχάσω την Ιλυένα, ακόμα κι αν καεί ολόκληρος ο κόσμος!

Συνοφρυώθηκε, σήκωσε το χέρι στο κεφάλι. Αυτές οι σκέψεις έμοιαζαν να έρχονται η μια πάνω στην άλλη, από διαφορετικά μέρη. Ήταν τόσο κουρασμένος, που σχεδόν δεν μπορούσε να σκεφτεί. Αλλά έπρεπε να σκεφτεί, χρειαζόταν σκέψεις που δε θα ξεγλιστρούσαν και δε θα χάνονταν. Άφησε την Πηγή και το Κενό, κι ένας σπασμός τον κλόνισε, καθώς το σαϊντίν παραλίγο θα τον έπνιγε, καθώς υποχωρούσε. Μόλις που πρόφτασε να καταλάβει το λάθος του. Τώρα που η Δύναμη είχε φύγει, η εξάντληση και ο πόνος τον καταπλάκωσαν.

Ένιωσε τα πρόσωπα που στρέφονταν πάνω του, καθώς γκρεμιζόταν από τη σέλα, τα στόματα να ανοίγουν, τα χέρια να απλώνονται για να τον πιάσουν, να μαλακώσουν την πτώση του.

«Μουαραίν!» φώναξε ο Λαν, κι η φωνή του ήχησε κούφια στ’ αυτιά του Ραντ. «Αιμορραγεί πολύ!»

Η Σούλιν είχε το κεφάλι του στην αγκαλιά της. «Βάστα, Ραντ αλ’Θόρ», του έλεγε επιτακτικά. «Βάστα».

Ο Ασμόντιαν δεν είπε τίποτα, όμως το πρόσωπό του είχε σκοτεινιάσει, και ο Ραντ ένιωσε ένα ρυάκι σαϊντίν να κυλά μέσα του από τον άλλο. Τον τύλιξε το σκοτάδι.

45

Μετά την Καταιγίδα

Καθισμένος σε ένα μικρό βράχο που προεξείχε από τα ριζά της πλαγιάς, ο Ματ έκανε ένα μορφασμό, καθώς χαμήλωνε το πλατύγυρο καπέλο του κόντρα στον πρωινό ήλιο. Ένας λόγος ήταν πως ήθελε να σκιάσει τα μάτια του από τον ήλιο. Υπήρχε κάτι ακόμα που δεν ήθελε να δει, αν και του το θύμιζαν τα κοψίματα και οι μελανιές, ειδικά η χαρακιά του βέλους στον κρόταφό του, που την πίεζε το καπέλο. Μια αλοιφή που είχε βγάλει ο Ντήριντ από τα σακίδια της σέλας του είχε σταματήσει την αιμορραγία, εκεί και σε άλλες πληγές, όμως όλο το σώμα του ακόμα πονούσε και σχεδόν παντού έτσουζε. Αυτό το τελευταίο θα χειροτέρευε. Μόλις είχε αρχίσει να απλώνεται η ζέστη της μέρας, όμως ο ιδρώτας γέμιζε κόμπους το πρόσωπό του και ήδη μούσκευε τα ασπρόρουχά του και το πουκάμισό του. Αναρωτήθηκε αφηρημένα αν θα ερχόταν ποτέ το φθινόπωρο στην Καιρχίν. Τουλάχιστον, η δυσφορία τον εμπόδιζε να σκέφτεται πόσο κουρασμένος ήταν· παρ’ όλο που δεν είχε κοιμηθεί όλη νύχτα, δεν θα τον έπιανε ο ύπνος ούτε καν σε πουπουλένιο κρεβάτι, πόσο μάλλον πάνω σε κουβέρτες στο χώμα. Όχι ότι είχε καμία διάθεση να πάει στη σκηνή του.

Σε τι χάλι έμπλεξα. Παραλίγο θα σκοτωνόμουν, ιδρώνω σαν γουρούνι, δεν βρίσκω βολικό μέρος να ξαπλώσω, και δεν τολμώ να μεθύσω. Μα το αίμα και τις στάχτες! Έπαψε να παίζει με το σχίσιμο που είχε το σακάκι του στο στήθος —δυο πόντοι πιο κει, και η λόγχη εκείνη θα τον είχε καρφώσει στην καρδιά· μα το Φως, ο άνθρωπος εκείνος ήξερε φοβερό σημάδι― κι έδιωξε αυτή τη σκέψη από το νου του. Όχι πως ήταν εύκολο, μ’ όλα αυτά που γίνονταν γύρω του.

Πάντως, τώρα οι Δακρυνοί και οι Καιρχινοί δεν έδειχναν να ενοχλούνται που έβλεπαν Αελίτικες σκηνές από τη μια άκρη ως την άλλη. Υπήρχαν Αελίτες ακόμα και μέσα στο στρατόπεδο, και, κάτι που έμοιαζε κι αυτό με θαύμα, Δακρυνοί που έκαναν παρέα με Καιρχινούς ανάμεσα στις φωτιές και στους καπνούς. Όχι ότι όλοι έτρωγαν· τα κατσαρολικά δεν ήταν πάνω στις φωτιές, αν και ο Ματ κάπου μύριζε κρέας να καίγεται. Αντί γι’ αυτό, οι περισσότεροι είχαν βάλει τα δυνατά τους να μεθύσουν με κρασί, μπράντυ ή Αελίτικο ουσκουάι, γελώντας και γιορτάζοντας. Σε κοντινή σχετικά απόσταση από κει που καθόταν, υπήρχαν δώδεκα Υπερασπιστές της Πέτρας, οι οποίοι χόρευαν φορώντας τα ιδρωμένα πουκάμισά τους, ενώ δεκαπλάσιοι θεατές χτυπούσαν παλαμάκια. Είχαν σχηματίσει μια σειρά, πιάνοντας καθένας τον ώμο του άλλου, κι έκαναν τόσο γρήγορα τα βήματα του χορού, ώστε ήταν θαύμα που ούτε είχε σκοντάψει κάποιος ούτε είχε κλωτσήσει τον διπλανό του. Μέσα σ’ έναν άλλο κύκλο θεατών, κοντά σε ένα στύλο τριών μέτρων μπηγμένο στο έδαφος —ο Ματ απέστρεψε βιαστικά το βλέμμα― άλλοι τόσοι Αελίτες κλωτσούσαν κι αυτοί. Ο Ματ υπέθεσε πως ήταν χορός· ένας άλλος Αελίτης τους έπαιζε αυλό. Αυτοί πηδούσαν όσο ψηλότερα μπορούσαν, τίναζαν το πόδι ακόμα ψηλότερα, μετά έπεφταν σε κείνο το πόδι και αμέσως ξαναπηδούσαν πάνω, ολοένα και γρηγορότερα, ενώ μερικές φορές στριφογυρνούσαν σαν σβούρα στο αποκορύφωμα του άλματός τους ή έκαναν τούμπες, κανονικές ή ανάποδες. Επτά-οκτώ Δακρυνοί και Καιρχινοί κάθονταν, τρίβοντας τα σπασμένα κόκαλα που είχαν αποκτήσει στην προσπάθειά τους να μιμηθούν τους Αελίτες, ενώ ταυτοχρόνως τους επευφημούσαν και γελούσαν σαν τρελοί, περνώντας ο ένας στον άλλο ένα πέτρινο σκεύος που περιείχε κάτι. Αλλού χόρευαν κι άλλοι, ίσως και να τραγουδούσαν. Ήταν δύσκολο να διακρίνεις μέσα σε κείνο το σαματά. Ο Ματ, χωρίς να σαλέψει από κει που ήταν, μετρούσε δέκα φλάουτα, διπλάσιες σφυρίχτρες, ενώ ένας Καιρχινός με κουρελιασμένο σακάκι φυσούσε κάτι που έμοιαζε λίγο με φλάουτο και λίγο με κέρας, με κάτι μυστήρια επιπλέον εξαρτήματα. Και υπήρχαν αμέτρητα τύμπανα, τα περισσότερα κατσαρόλες που τις χτυπούσαν με κουτάλια.