Выбрать главу

Εν γένει, το στρατόπεδο ήταν τρελοκομείο κι επίσημος χορός μαζί. Το αναγνώριζε, κυρίως από τις αναμνήσεις, που, αν συγκεντρωνόταν καλά, ήξερε ότι ανήκαν σε άλλους ανθρώπους. Γιόρταζαν το ότι ήταν ακόμα ζωντανοί. Άλλη μια φορά είχαν περπατήσει κάτω από τη μύτη του Σκοτεινού και είχαν επιζήσει για να πουν την ιστορία. Άλλος ένας χορός στην κόψη του ξυραφιού είχε τελειώσει. Ήταν σχεδόν νεκροί χθες, μπορεί να ήταν νεκροί αύριο, αλλά ήταν ζωντανοί, υπέροχα ζωντανοί σήμερα. Δεν είχε όρεξη να γιορτάσει. Τι να το κάνεις που ήσουν ζωντανός, αν σήμαινε ότι έπρεπε να ζήσεις στο κλουβί;

Κούνησε το κεφάλι του, καθώς τον προσπέρασαν τρεκλίζοντας ο Ντήριντ, ο Εστέαν και ένας στιβαρός κοκκινομάλλης Αελίτης άγνωστός του, κρατώντας ο ένας τον άλλο για να σταθούν όρθιοι. Ο Ντήριντ και ο Εστέαν, που μόλις και ακούγονταν μέσα στην οχλοβοή, προσπαθούσαν να διδάξουν στον ψηλό ανάμεσά τους τα λόγια του «Χόρεψε με τον Φύλακα των Σκιών».

«Θα τραγουδάμε όλη νύχτα και θα πίνουμε όλη μέρα, και θα φάμε το μισθό μας με τα κορίτσια, και όταν τελειώσει, τότε θα φύγουμε, για να χορέψουμε με τον Φύλακα των Σκιών».

Ο ηλιοκαμένος φίλος δεν ενδιαφερόταν να μάθει, φυσικά —εκτός φυσικά αν τον έπειθαν ότι ήταν ένας ταιριαστός πολεμικός ύμνος·αλλά τους άκουγε και δεν ήταν ο μόνος. Όταν οι τρεις τους απομακρύνθηκαν και χάθηκαν μέσα στο πλήθος, είχαν μαζέψει άλλους είκοσι για συνοδεία, που ανέμιζαν κασσιτέρινα κύπελλα και φλιτζάνια από πισσωμένο δέρμα, μουγκρίζοντας το σκοπό μ’ όλη τη δύναμη των πνευμόνων τους.

«Σου δίνουν μεγάλη απόλαυση η μπύρα και το κρασί, και κάποια οι κοπελιές με τις λεπτές τις κνήμες, αλλά η απόλαυση μου, ναι, που θα είναι πάντα δική μου, είναι να χορέψω με τον Φύλακα των Σκιών».

Ο Ματ μετάνιωσε που τους είχε διδάξει το τραγούδι. Τους το είχε μάθει για να έχει κάτι να ασχολείται με το νου του όσο ο Ντήριντ σταματούσε τη θανατηφόρα αιμορραγία του· η αλοιφή που του είχε βάλει έτσουζε όσο είχαν τσούξει και οι χαρακιές, και καμία ράφτρα δεν θα ζήλευε την επιδεξιότητα του Ντήριντ με τη βελόνα. Όμως το τραγούδι είχε εξαπλωθεί από τους πρώτους εκείνους δώδεκα σαν πυρκαγιά σε ξερό λιβάδι. Δακρυνοί και Καιρχινοί, έφιπποι και πεζοί, το τραγουδούσαν όλοι όταν επέστρεψαν την αυγή.

Όταν επέστρεψαν. Ακριβώς στην κοιλάδα των λόφων απ’ όπου είχαν ξεκινήσει, κάτω από τα απομεινάρια του ξύλινου πύργου, χωρίς να έχει ο Ματ καμία ευκαιρία να το σκάσει. Είχε προσφερθεί να πάει με το άλογο μπροστά, και ο Ταλμέηνς και ο Ναλέσεν παραλίγο θα πιάνονταν στα χέρια για το ποιος θα του παρείχε συνοδεία. Δεν είχαν γίνει όλοι φιλαράκια. Το μόνο που του έλειπε τώρα ήταν να έρθει η Μουαραίν και να τον ρωτήσει πού είχε πάει και γιατί, να του κάνει κήρυγμα περί τα’βίρεν και καθήκοντος, περί Σχήματος και Τάρμον Γκάι’ντον, ζαλίζοντάς του το κεφάλι. Σίγουρα τώρα η Άες Σεντάι ήταν στο πλευρό του Ραντ, όμως κάποια στιγμή θα έβρισκε και τον Ματ.