Выбрать главу

Σήκωσε το βλέμμα στην λοφοκορφή και στο κουφάρι των συντετριμμένων πελεκημένων κορμών ανάμεσα στα τσακισμένα δένδρα. Ο Καιρχινός που είχε φτιάξει τα κιάλια του Ραντ, ήταν εκεί πάνω με τους μαθητευόμενους του και ξεσκάλιζαν. Οι Αελίτες ήταν όλο ιστορίες γι’ αυτό που είχε συμβεί εκεί. Ήταν πια ώρα να φεύγει. Το μενταγιόν με την ασημένια αλεπουδοκεφαλή τον προστάτευε από γυναίκες που διαβίβαζαν, αλλά είχε ακούσει αρκετά από τον Ραντ, ώστε να ξέρει ότι η διαβίβαση των ανδρών ήταν διαφορετική. Δεν τον ενδιέφερε να ανακαλύψει αν αυτό το πράγμα θα τον προφύλασσε από τον Σαμαήλ και τη φάρα του.

Έκανε μια γκριμάτσα από τις σουβλιές του πόνου και στηρίχτηκε στο δόρυ με το μαύρο κοντάρι για να σηκωθεί όρθιος. Γύρω του, η γιορτή συνεχιζόταν. Αν τώρα κατέβαινε αδιάφορα στις σειρές των πασσάλων όπου είχαν δέσει τα άλογα... Δεν τον ενθουσίαζε η ιδέα ότι θα έπρεπε να σελώσει τον Πιπς.

«Ο ήρωας δεν πρέπει να κάθεται δίχως να πίνει».

Ξαφνιασμένος, γύρισε απότομα, μουγκρίζοντας από τον οξύ πόνο των πληγών του, και είδε τη Μελίντρα. Είχε μια μεγάλη πήλινη κανάτα στο ένα χέρι, όχι δόρατα, και το πρόσωπό της δεν είχε πέπλο, όμως τα μάτια της έμοιαζαν να τον ζυγίζουν. «Άκου με μια στιγμή, Μελίντρα, μπορώ να σου τα εξηγήσω όλα».

«Τι να εξηγήσεις;» ρώτησε εκείνη, αγκαλιάζοντάς τον από τους ώμους με το ελεύθερο χέρι της. Παρά το ξαφνικό τράνταγμα, αυτός προσπάθησε να σταθεί πιο στητός· δεν είχε συνηθίσει να υψώνει το βλέμμα στις γυναίκες. «Το ήξερα ότι θα αναζητούσες την τιμή σου. Ο Καρ’α’κάρν ρίχνει πλατιά σκιά, αλλά κανένας δεν θέλει να περάσει τη ζωή του στο απόσκιο».

Αυτός έκλεισε βιαστικά το στόμα και κατάφερε να πει αχνά, «Φυσικά», Δεν θα επιχειρούσε να τον σκοτώσει. «Αυτό ακριβώς». Μέσα στην ανακούφισή του, της πήρε την κανάτα, αλλά έφτυσε ξαφνιασμένος τη γουλιά που ήπιε. Ήταν το πιο δυνατό μπράντυ διπλής απόσταξης που είχε γευτεί ποτέ.

Εκείνη του πήρε την κανάτα, ίσα για να πιει μια γουλιά, και μετά αναστέναξε με ευγνωμοσύνη και του την ξανάδωσε. «Ήταν άνθρωπος με μεγάλη τιμή, Ματ Κώθον. Θα ’ταν προτιμότερο να τον είχες αιχμαλωτίσει, αλλά, ακόμα και σκοτώνοντάς τον, έχεις κερδίσει πολύ τζι. Έκανες καλά που τον αναζήτησες».

Άθελά του, ο Ματ κοίταξε αυτό που απέφευγε να κοιτάξει, και ανατρίχιασε. Ένα δερμάτινο κορδόνι δεμένο στα κοντά πυροκόκκινα μαλλιά κρεμούσε το κεφάλι του Κουλάντιν στην κορυφή του τρίμετρου στύλου κοντά στο σημείο που χόρευαν οι Αελίτες. Το πράγμα έμοιαζε να χαμογελά. Στον Ματ.

Είχε αναζητήσει τον Κουλάντιν; Είχε βάλει τα δυνατά του, ώστε να έχει τις λόγχες ανάμεσα στον ίδιο και στους Σάιντο. Αλλά εκείνο το βέλος τού είχε γδάρει το πλάι του κεφαλιού και ο ίδιος είχε βρεθεί στο χώμα χωρίς να το καταλάβει, παλεύοντας να σηκωθεί όρθιος, με τη μάχη να λυσσομανά γύρω του, ανεμίζοντας το δόρυ με το σημάδι του κορακιού, προσπαθώντας να γυρίσει στον Πιπς. Ο Κουλάντιν είχε εμφανιστεί από το πουθενά, φορώντας το πέπλο για να σκοτώσει, όμως δεν υπήρχε περίπτωση να μην αναγνωρίσει κάποιος εκείνα τα γυμνά χέρια, που τα κύκλωναν Δράκοντες λαμπεροί και χρυσοκόκκινοι. Άνοιγε μονοπάτι ανάμεσα στους λογχοφόρους με τα δόρατά του, φωνάζοντας στον Ραντ να εμφανιστεί, φωνάζοντας ότι αυτός ήταν ο αληθινός Καρ’α’κάρν. Ίσως να το είχε πλέον πιστέψει στ’ αλήθεια. Ο Ματ ακόμα δεν ήξερε αν ο Κουλάντιν τον είχε αναγνωρίσει, αλλά δεν είχε σημασία, αφού ο Αελίτης είχε αποφασίσει να πατήσει στο πτώμα του για να βρει τον Ραντ. Δεν ήξερε ποιος είχε κόψει μετά το κεφάλι του Κουλάντιν.

Πάσχιζα να μείνω ζωντανός και δεν προλάβαινα να κοιτάξω, σκέφτηκε ξινά. Έβλεπε το αίμα του να κυλά και έλπιζε να μην αιμορραγούσε μέχρι θανάτου. Παλιά στους Δύο Ποταμούς ήταν από τους καλύτερους στην πολεμική ράβδο, και η πολεμική ράβδος δεν διέφερε πολύ από το δόρυ, όμως ο Κουλάντιν είχε γεννηθεί με δόρατα στα χέρια. Φυσικά, στο τέλος η δεξιοτεχνία του Κουλάντιν δεν τον είχε σώσει. Ίσως να μου έμεινε λίγη τύχη. Φως μου, ας με ευνοήσει τώρα!

Αναρωτιόταν πώς μπορούσε να ξεφορτωθεί τη Μελίντρα, για να σελώσει τον Πιπς, όταν εμφανίστηκε ο Ταλμέηνς, κάνοντας μια επίσημη υπόκλιση με το χέρι στην καρδιά, όπως συνήθιζαν οι Καιρχινοί. «Η χάρη να σου χαμογελά, Ματ».

«Και σε σένα», είπε αυτός αφηρημένα. Η Μελίντρα δεν θα έφευγε, αν της το ζητούσε. Ίσα-ίσα που τότε θα της έμπαιναν ψύλλοι στ’ αυτιά. Ίσως, αν της έλεγε ότι ήθελε να πάει μια βόλτα... Λεγόταν ότι οι Αελίτες μπορούσαν να κυνηγήσουν άλογο μέχρι να σκάσει.