Выбрать главу

«Μια αποστολή ήρθε από την πόλη μέσα στη νύχτα. Θα κάνουν μια πομπή θριάμβου για τον Άρχοντα Δράκοντα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης από την Καιρχίν».

«Ναι, ε;» Σίγουρα η Μελίντρα θα είχε κάποια καθήκοντα εκεί. Οι Κόρες πάντα περιτριγύριζαν τον Ραντ· ίσως την καλούσαν γι’ αυτό. Όπως την έβλεπε όμως, μάλλον δεν θα ’πρεπε να βασίζεται σ’ αυτό. Η Μελίντρα είχε ένα πλατύ χαμόγελο, ένα χαμόγελο... κτητικό.

«Η αποστολή είναι του Υψηλού Άρχοντα Μάιλαν», είπε ο Ναλέσεν, σιμώνοντάς τους. Υποκλίθηκε εξίσου τυπικά, με τα δύο χέρια να κάνουν μια πλατιά χειρονομία, αλλά πιο βιαστικά. «Αυτός διοργανώνει την πομπή για τον Άρχοντα Δράκοντα».

«Έχουν έρθει επίσης για τον Άρχοντα Δράκοντα ο Άρχοντας Ντομπραίν, ο Άρχοντας Μαρίνγκιλ και η Αρχόντισσα Κολαβήρ, μεταξύ άλλων».

Ο Ματ έστρεψε το νου του στη στιγμή. Ο καθένας απ’ αυτούς τους δύο προσπαθούσε να υποκριθεί ότι ο άλλος δεν υπήρχε —και οι δύο τον κοίταζαν κατάματα, και κανενός το βλέμμα δεν πετιόταν έστω για μια στιγμή στον άλλο― όμως τα πρόσωπά τους ήταν τεταμένα σαν τον τόνο της φωνής τους, και τα δάχτυλά τους είχαν ασπρίσει στις λαβές των σπαθιών τους. Θα ήταν το αποκορύφωμα όλων αυτών, αν κατέληγαν να ξιφομαχήσουν, κι ο ίδιος θα πάσχιζε κούτσα-κούτσα να παραμερίσει, όταν ένας από τους δύο θα τον κάρφωνε κατά λάθος. «Τι σημασία έχει ποιος έστειλε εκπρόσωπο, αρκεί να γίνει μια σωστή παρέλαση για τον Ραντ;»

«Έχει σημασία να του ζητήσεις τη δικαιωματική θέση μας στην κεφαλή της», είπε γοργά ο Ταλμέηνς. «Έσφαξες τον Κουλάντιν και κέρδισες επάξια για μας αυτή τη θέση», Ο Ναλέσεν έκλεισε το στόμα και κατσούφιασε· προφανώς ήταν έτοιμος να πει το ίδιο πράγμα.

«Ρωτήστε τον εσείς οι δύο», είπε ο Ματ. «Δεν είναι δική μου υπόθεση». Το χέρι της Μελίντρα σφίχτηκε στο σβέρκο του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Σίγουρα η Μουαραίν δεν θα ήταν μακριά από τον Ραντ. Δεν ήθελε να βάλει το λαιμό του και σε δεύτερη θηλιά τη στιγμή που πάσχιζε να γλιτώσει από την πρώτη.

Ο Ταλμέηνς και ο Ναλέσεν τον κοίταξαν με το στόμα ανοιχτό, σαν να του είχε σαλέψει. «Είσαι αυτός που μας οδήγησε στη μάχη», διαμαρτυρήθηκε ο Ναλέσεν. «Ο στρατηγός μας».

«Η ορντινάντσα μου θα σου γυαλίσει τις μπότες», πετάχτηκε ο Ταλμέηνς μ’ ένα χαμογελάκι, το οποίο πολύ προσεκτικά δεν έστρεψε προς τον Δακρυνό με το τετράγωνο πρόσωπο, «θα βουρτσίσει και θα μπαλώσει τα ρούχα σου. Για να εμφανιστείς άψογος».

Ο Ναλέσεν τίναξε νευρικά το λαδωμένο γένι του· τα μάτια του έκαναν να γυρίσουν προς τον άλλο, προτού τα προλάβει. «Αν έχω την άδειά σου, μπορώ να προσφέρω ένα καλό σακάκι, που νομίζω πως θα σου ταιριάζει. Χρυσό σατέν και πορφύρα». Ήταν η σειρά του Καιρχινού να αγριέψει.

«Στρατηγός!» αναφώνησε ο Ματ, ενώ στηριζόταν στο δόρυ του. «Που να καεί, δεν είμαι-! Θέλω να πω, δεν θα ήθελα να σφετεριστώ τη θέση σου». Ας έβγαζαν άκρη μόνοι τους ποιον εννοούσε.

«Που να καεί η ψυχή μου», είπε ο Ναλέσεν, «χάρη στην πολεμική σου δεξιότητα κερδίσαμε και επιζήσαμε. Για να μην πω για την τύχη σου. Έχω ακούσει ότι πάντα διαλέγεις το σωστό χαρτί, αλλά αυτό είναι το κάτι άλλο. Θα σε ακολουθούσα ακόμα κι αν δεν είχες συναντήσει ποτέ τον Άρχοντα Δράκοντα».

«Είσαι ο ηγέτης μας», είπε ο Ταλμέηνς, αμέσως μόλις τελείωσε ο άλλος, με φωνή πιο βαριά αν και εξίσου αποφασισμένη. «Μέχρι χθες, ακολουθούσα ανθρώπους από άλλες χώρες επειδή έπρεπε. Εσένα θα σε ακολουθήσω επειδή το θέλω. Μπορεί στο Άντορ να μην είσαι άρχοντας, αλλά εδώ πέρα εγώ λέω ότι είσαι, και σου ορκίζομαι υπακοή».

Καιρχινός και Δακρυνός κοιτάχτηκαν, σαν να τους ξάφνιαζε που εξέφραζαν ίδια συναισθήματα, και μετά αργά, απρόθυμα, ένευσαν κοφτά. Ακόμα κι αν δεν συμπαθούσαν ο ένας τον άλλο —και μόνο ένας βλάκας θα στοιχημάτιζε για το αντίθετο― σ’ αυτό τουλάχιστον συμφωνούσαν. Κατά κάποιον τρόπο.

«Θα στείλω τον ιπποκόμο μου να ετοιμάσει το άλογό σου για την παρέλαση», είπε ο Ταλμέηνς, και συνοφρυώθηκε λιγάκι όταν ο Ναλέσεν πρόσθεσε, «Μπορεί να τον βοηθήσει ο δικός μου. Το άτι σου πρέπει να μας κάνει περήφανους. Και, που να καεί η ψυχή μου, χρειαζόμαστε λάβαρο. Το λάβαρό σου». Ακούγοντας αυτό, ο Καιρχινός ένευσε με έμφαση.

Ο Ματ δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει υστερικά ή να κάτσει κατάχαμα και να κλάψει. Αυτές οι καμένες οι αναμνήσεις. Αν δεν ήταν αυτές, θα είχε σηκωθεί να φύγει. Αν δεν ήταν ο Ραντ, δεν θα τις είχε. Έβλεπε τα βήματα που είχαν οδηγήσει σ’ αυτές· το καθένα έμοιαζε αναγκαίο, αυτοτελές, τότε που το έκανε, αλλά αναπόφευκτα το καθένα οδηγούσε στο επόμενο. Στην αρχή όλων ήταν ο Ραντ. Και το ότι ήταν τα’βίρεν. Ο Ματ δεν καταλάβαινε γιατί κάτι που έμοιαζε απολύτως αναγκαίο και ουσιαστικά ακίνδυνο, πάντα έμοιαζε να τον ρίχνει πιο βαθιά στο βάλτο. Η Μελίντρα είχε αρχίσει να του χαϊδεύει το σβέρκο αντί να τον σφίγγει. Αυτό του έλειπε τώρα...