Выбрать главу

Σήκωσε το βλέμμα στο λόφο, και να σου την εκεί. Η Μουαραίν, καβάλα στη λευκή φοράδα της με τον ντελικάτο βηματισμό, ο Λαν να ορθώνεται ψηλός πλάι της στο μαύρο άτι του. Ο Πρόμαχος έσκυψε κοντά της, σαν να το έκανε για να ακούσει κάτι, και φάνηκε να ακολουθεί μια σύντομη λογομαχία, μια σφοδρή διαμαρτυρία εκ μέρους του, αλλά έπειτα από μια στιγμή η Άες Σεντάι τράβηξε τα χαλινάρια της Αλντίμπ και χάθηκε, κατεβαίνοντας την πέρα πλαγιά. Ο Λαν έμεινε εκεί, καβάλα στον Μαντάρμπ, κοιτάζοντας το στρατόπεδο πιο κάτω. Κοιτάζοντας τον Ματ.

Ο Ματ ρίγησε. Το κεφάλι του Κουλάντιν έμοιαζε πραγματικά να του χαμογελά. Σχεδόν τον άκουγε να μιλάει. Μπορεί να με σκότωσες, αλλά έχωσες το πόδι βαθιά στην παγίδα. Εγώ είμαι νεκρός, αλλά εσύ ποτέ δεν θα είσαι ελεύθερος.

«Θαύμα, που να καεί», μουρμούρισε και ήπιε μια μεγάλη γουλιά μπράντυ, που τον έκανε να πνιγεί. Ο Ταλμέηνς και ο Ναλέσεν πήραν τα λόγια του τοις μετρητοίς και η Μελίντρα συμφώνησε γελώντας.

Περίπου πενήντα Δακρυνοί και Καιρχινοί είχαν συγκεντρωθεί για να δούνε τους δύο άρχοντες να του μιλάνε και, βλέποντάς τον να πίνει, το πήραν σαν σύνθημα για να του τραγουδήσουν, αρχίζοντας με μια δική τους στροφή.

«Θα ρίξουμε τα ζάρια κι ας φέρουν ό,τι θέλουν, θα αγκαλιάσουμε τις κοπελιές, είτε ψηλές είτε κοντές, και μετά θα ακολουθήσουμε τον νεαρό Ματ όπου κι αν μας πάει, για να χορέψουμε με τον Φύλακα των Σκιών».

Μ’ ένα βραχνό γέλιο, που του ήταν αδύνατο να το σταματήσει, ο Ματ ξανάπεσε στο βράχο και άρχισε να πίνει από την κανάτα. Πρέπει να υπήρχε τρόπος να το σκάσει απ’ όλα αυτά. Πρέπει να υπήρχε.

Τα μάτια του Ραντ άνοιξαν αργά, κοιτώντας ψηλά το ταβάνι της σκηνής του. Ήταν γυμνός, κάτω από μία κουβέρτα. Η απουσία πόνου σχεδόν τον ξάφνιασε, όμως ένιωθε ακόμα πιο ασθενικός απ’ όσο θυμόταν. Και θυμόταν. Είχε πει πράγματα, είχε σκεφτεί πράγματα... Το δέρμα του πάγωσε. Δεν μπορώ να τον αφήσω να κυριαρχήσει! Είμαι εγώ! Εγώ! Ψηλάφισε κάτω από την κουβέρτα, βρήκε τη λεία, στρογγυλή ουλή στο πλευρό του, που πονούσε, αλλά ήταν επουλωμένη.

«Η Μουαραίν Σεντάι σε Θεράπευσε», είπε η Αβιέντα, κι εκείνος τινάχτηκε.

Δεν την είχε δει εκεί, όπως καθόταν σταυροπόδι στα στοιβαγμένα χαλάκια κοντά στην εστία, πίνοντας από ένα ασημένιο κύπελλο με ζωγραφισμένες λεοπαρδάλεις. Ο Ασμόντιαν ήταν ξαπλωμένος στα μαξιλαράκια με τις φούντες, με το σαγόνι στα χέρια του. Δεν έδειχναν να έχουν κοιμηθεί· υπήρχαν μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια τους.

«Κανονικά δεν θα έπρεπε να το κάνει», συνέχισε η Αβιέντα με ψυχρή φωνή. Μπορεί να ήταν κουρασμένη, αλλά τα μαλλιά της ήταν προσεγμένα κι άψογα, και τα περιποιημένα ρούχα της έρχονταν σε αντίθεση με τα τσαλακωμένα σκούρα βελούδα του Ασμόντιαν. Πού και πού, έστριβε το φιλντισένιο βραχιόλι με τα τριαντάφυλλα και τα αγκάθια που της είχε χαρίσει, σαν να μην συνειδητοποιούσε την κίνηση της. Φορούσε επίσης το ασημένιο περιδέραιο με τις χιονονιφάδες. Ακόμα δεν του είχε πει ποιος της το είχε δώσει, μολονότι το είχε βρει αστείο, όταν κατάλαβε ότι ο Ραντ στ’ αλήθεια ήθελε να μάθει. Τώρα πάντως δεν φαινόταν να γελά. «Η Μουαραίν Σεντάι ήταν έτοιμη να σωριαστεί, τόσους τραυματίες Θεράπευσε. Ο Ααν’αλάιν χρειάστηκε να την πάει σηκωτή στη σκηνή της. Εξαιτίας σου, Ραντ αλ’Θόρ. Επειδή έδωσε και την τελευταία ικμάδα της δύναμής της για να σε Θεραπεύσει».

«Η Άες Σεντάι είναι ήδη όρθια και τριγυρνά», παρενέβη ο Ασμόντιαν, πνίγοντας ένα χασμουρητό. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην Αβιέντα, που τον κοίταζε με αιχμηρό βλέμμα. «Ήρθε εδώ δυο φορές από τότε που ξημέρωσε, αν και είπε ότι θα αναρρώσεις. Νομίζω ότι χθες το βράδυ δεν ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Ούτε κι εγώ ήμουν σίγουρος». Τράβηξε την άρπα και την έφερε μπροστά του, καταπιάστηκε μ’ αυτήν μιλώντας με αδιάφορο τόνο. «Έκανα ό,τι μπορούσα για σένα, φυσικά —η ζωή μου και η μοίρα μου είναι αλληλένδετες με τις δικές σου― αλλά το ταλέντο μου βρίσκεται αλλού, όχι στη Θεραπεία, αν με αντιλαμβάνεσαι». Έπαιξε μερικές νότες για να γίνει κατανοητός. «Απ’ όσο γνωρίζω, ένας άνδρας μπορεί να σκοτωθεί ή να ειρηνευθεί από μόνος του, κάνοντας αυτό που έκανες. Το να είσαι ισχυρός στη Δύναμη δεν σε βοηθάει, αν το σώμα σου είναι κατάκοπο. Το σαϊντίν εύκολα μπορεί να σε σκοτώσει, αν το σώμα είναι κατάκοπο. Τουλάχιστον, έτσι έχω ακούσει».

«Τελείωσες τα σοφά σου λόγια, Τζέησιν Νατάελ;» Ο τόνος της Αβιέντα ήταν ακόμα πιο παγερός και δεν περίμενε την απάντηση του προτού στρέψει στον Ραντ ένα βλέμμα όμοιο με γαλαζοπράσινο πάγο. Απ’ ό,τι φαινόταν, αυτή η διακοπή ήταν δικό του σφάλμα. «Ένας άνδρας μπορεί καμιά φορά να φερθεί σαν βλάκας, αυτό δεν πειράζει, αλλά ο αρχηγός πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από έναν απλό άνδρα, και ακόμα περισσότερο ο αρχηγός των αρχηγών. Δεν είχες δικαίωμα να πιέσεις τον εαυτό σου τόσο, ώστε να φτάσεις μέχρι το κατώφλι του θανάτου. Η Εγκουέν κι εγώ προσπαθούσαμε να σε πείσουμε να έρθεις μαζί μας, όταν κουραστήκαμε τόσο, που δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε, αλλά εσύ δεν μας άκουγες. Μπορεί να είσαι πολύ πιο δυνατός από μας, όπως ισχυρίζεται η Εγκουέν, αλλά δεν παύεις να είσαι από σάρκα. Είσαι ο Καρ’α’κάρν, όχι ένας νέος Σέια Ντουν που αναζητά τιμή. Ραντ, έχεις τοχ, υποχρέωση, στο Άελ, και δεν μπορείς να την εκπληρώσεις νεκρός. Δεν μπορείς να κάνεις τα πάντα μόνος σου».