Выбрать главу

Για μια στιγμή, έμεινε να την κοιτάζει. Είχε κάνει ελάχιστα πράγματα, πρακτικά είχε αφήσει τη μάχη σε άλλους, ενώ ο ίδιος τριγυρνούσε και προσπαθούσε να φανεί χρήσιμος. Δεν είχε μπορέσει καν να εμποδίσει τον Σαμαήλ να χτυπά όπου και όποτε ήθελε. Και η Αβιέντα τον μάλωνε που είχε κάνει τόσα πολλά.

«Θα προσπαθήσω να το θυμάμαι», της είπε τελικά. Ακόμα κι έτσι, αυτή φαινόταν έτοιμη να συνεχίσει το κήρυγμα. «Τι νέα από το Μιαγκόμα και τις άλλες τρεις φατρίες;» ρώτησε, τόσο για να της αποσπάσει την προσοχή, όσο και επειδή ήθελε να μάθει. Οι γυναίκες δεν έλεγαν να βάλουν γλώσσα μέσα προτού σε ταπεινώσουν, εκτός αν κατάφερνες να τις κάνεις να σκεφτούν κάτι άλλο.

Το κόλπο πέτυχε. Φυσικά, είχαν πάρει τα μυαλά της αέρα μ’ όσα ήξερε και ήταν πρόθυμη τόσο να μαλώσει όσο και να διδάξει. Οι απαλοί αρπισμοί του Ασμόντιαν —έτσι γι’ αλλαγή, έπαιζε κάτι ευχάριστο, βουκολικό θα ’λεγες― πρόσφεραν ένα παράξενο φόντο στα λόγια της.

Οι Μιαγκόμα, οι Σιάντε, οι Νταράυν και οι Κοντάρα είχαν στρατοπεδεύσει έτσι, ώστε να διακρίνονται οι μεν από τους δε, λίγα μίλια πιο πέρα, προς τα ανατολικά. Ένα σταθερό ανθρώπινο ποταμάκι από άνδρες και Κόρες κυλούσε ανάμεσα στα στρατόπεδα, αλλά μόνο μεταξύ κοινωνιών, ενώ ο Ιντίριαν και οι άλλοι αρχηγοί δεν σάλευαν. Τώρα, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι τελικά θα τάσσονταν με το μέρος του Ραντ, αλλά μόνο αφού πρώτα οι Σοφές τελείωναν τις διαβουλεύσεις τους.

«Ακόμα μιλάνε;» είπε ο Ραντ. «Τι στο Φως έχουν να συζητήσουν και καθυστερούν τόσο; Οι αρχηγοί ήρθαν να ακολουθήσουν εμένα, όχι, αυτές».

Εκείνη του έριξε μια ανέκφραστη ματιά, ίδια η Μουαραίν. «Τα λόγια των Σοφών απευθύνονται στις Σοφές, Ραντ αλ’Θόρ». Δίστασε, σαν να έκανε μια παραχώρηση. «Ίσως σου πει κάτι η Εγκουέν. Όταν τελειώσουν». Ο τόνος της άφηνε να εννοηθεί ότι μπορεί και να μην του έλεγε.

Αντιστάθηκε στις προσπάθειές του να μάθει κάτι ακόμα, και στο τέλος ο Ραντ έδωσε τόπο στην οργή. Ίσως μάθαινε κάτι προτού να είναι πολύ αργά, ίσως και όχι, πάντως δεν θα της έπαιρνε λόγια χωρίς τη θέλησή της. Οι Αελίτισσες Σοφές φυλούσαν τα μυστικά τους και άφηναν μια ατμόσφαιρα μυστηρίου να πλανιέται γύρω τους με τρόπο που δεν είχε να ζηλέψει τίποτα σ’ αυτό το θέμα από τον αντίστοιχο των Άες Σεντάι. Η Αβιέντα είχε μάθει πολύ καλά αυτό το συγκεκριμένο μάθημα.

Η παρουσία της Εγκουέν στη συνάντηση των Σοφών ήταν μια έκπληξη, όπως και η απουσία της Μουαραίν —ο Ραντ θα περίμενε να είναι η Μουαραίν εκεί ανάμεσά τους, προωθώντας τα σχέδιά της — αλλά, όπως φάνηκε, το ένα πήγαζε από το άλλο. Οι νεοφερμένες Σοφές ήθελαν να συναντήσουν μια από τις Άες Σεντάι που ακολουθούσαν τον Καρ’α’κάρν, και η Μουαραίν, παρ’ όλο που τον είχε ήδη Θεραπεύσει και στεκόταν πάλι στα πόδια της, είχε ισχυριστεί ότι δεν είχε χρόνο. Είχαν ξεσηκώσει την Εγκουέν από τις κουβέρτες της ως αντικαταστάτρια.

Αυτό έκανε την Αβιέντα να γελάσει. Ήταν εκεί έξω, όταν η Σορίλεα και η Μπάιρ είχαν βγάλει σχεδόν σέρνοντας την Εγκουέν από τη σκηνή της, η οποία προσπαθούσε να βάλει τα ρούχα της, ενώ αυτές την τραβολογούσαν. «Της είχα πει ότι, αν την έπιαναν να κάνει σκανταλιά, αυτή τη φορά θα την έβαζαν να σκάψει τρύπες στο χώμα με τα δόντια της, κι αυτή ήταν τόσο νυσταγμένη που με πίστεψε. Αρχισε να διαμαρτύρεται ότι δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα, τόσο έντονα που η Σορίλεα τη ρώτησε τι είχε κάνει για να της μπει τέτοια ιδέα στο νου. Που να ’βλεπες την έκφραση της Εγκουέν». Γέλασε τόσο δυνατά που παραλίγο θα έπεφτε κάτω.

Ο Ασμόντιαν τη στραβοκοίταξε —ο Ραντ δεν κατάλαβε γιατί άραγε, με δεδομένο τι και ποιος ήταν ο Ασμόντιαν― αλλά ο Ραντ απλώς την περίμενε υπομονετικά να πάρει μια ανάσα για να συνεχίσει. Ήταν μια ήπια στιγμή του Αελίτικου χιούμορ. Κάτι που θα περίμενε μάλλον από τον Ματ παρά από μια γυναίκα, αλλά πάντως ήταν ήπιο.

Όταν η Αβιέντα ξανασηκώθηκε και σκούπισε τα μάτια, της είπε, «Τι γίνεται με τους Σάιντο, λοιπόν; Ή μήπως είναι και οι δικές τους Σοφές σ’ αυτή τη σύσκεψη;»

Εκείνη του απάντησε, ενώ ακόμα χασκογελούσε με το πρόσωπο κοντά στο φλιτζάνι με το κρασί· θεωρούσε ότι οι Σάιντο είχαν τελειώσει, ότι ήταν πια αμελητέοι. Είχαν πιαστεί χιλιάδες αιχμάλωτοι κι έρχονταν ακόμα κάποιοι λίγοι με σταθερό ρυθμό, και οι μάχες είχαν καταλαγιάσει, με εξαίρεση μερικές αψιμαχίες εδώ κι εκεί. Αλλά όσα περισσότερα του έλεγε, τόσο λιγότερο πίστευε αυτός ότι το Σάιντο είχε ξοφλήσει. Με τις τέσσερις φατρίες να απασχολούν τον Χαν, ο κύριος όγκος των ανδρών του Κουλάντιν είχε περάσει τον Γκάελιν με τάξη, παίρνοντας μάλιστα μαζί και τους περισσότερους Καιρχινούς που είχαν αιχμαλωτίσει. Και το χειρότερο ήταν ότι είχαν καταστρέψει πίσω τους τις πέτρινες γέφυρες.