Αυτό δεν την αφορούσε, αλλά αφορούσε αυτόν. Δεκάδες χιλιάδες Σάιντο βόρεια του ποταμού, χωρίς τρόπο να τους φτάσει προτού αντικατασταθούν οι γέφυρες, και ήθελε χρόνο ακόμα και για να φτιαχτούν ξύλινες. Το χρόνο αυτόν δεν τον είχε.
Στο τέλος πια, όταν του φαινόταν πως δεν είχε να του πει τίποτα άλλο για τους Σάιντο, του είπε κάτι που τον έκανε να ξεχάσει την ανησυχία του για το Σάιντο και το πρόβλημα που θα του προκαλούσαν. Απλώς το ξεφούρνισε, σαν να το είχε ξεχάσει.
«Ο Ματ σκότωσε τον Κουλάντιν;» είπε ο Ραντ χωρίς να το πιστεύει, όταν αυτή τελείωσε. «Ο Ματ;»
«Αυτό δεν είπα;» Η φωνή της ήταν σκληρή, αλλά δεν το εννοούσε. Κοιτώντας τον πάνω από το κύπελλό της, έμοιαζε να την ενδιαφέρει περισσότερο το πώς θα έπαιρνε ο Ραντ τα νέα, αν θα αμφέβαλλε για τα λόγια της.
Ο Ασμόντιαν έπαιξε μερικές συγχορδίες ενός στρατιωτικού σκοπού· η άρπα φάνηκε να αντηχεί τύμπανα και σάλπιγγες. «Σε μερικά πράγματα, ένας νεαρός που κρύβει μέσα του τόσες εκπλήξεις όσες κι εσύ. Ειλικρινά, ανυπομονώ να συναντήσω κάποια μέρα τον τρίτο της παρέας σου, εκείνον τον Πέριν».
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Αρα ο Ματ δεν είχε γλιτώσει την έλξη του τα’βίρεν προς τα’βίρεν. Ή ίσως να τον είχε πιάσει το Σχήμα και το ότι ήταν τα’βίρεν κι ο ίδιος. Είτε έτσι είτε αλλιώς, ο Ματ τώρα σίγουρα δεν ένιωθε την παραμικρή χαρά. Αντίθετα από τον Ραντ, ο Ματ δεν είχε μάθει αυτό το μάθημα. Όταν προσπαθείς να το σκάσεις, ο Τροχός σε ξαναφέρνει πίσω, συχνά απότομα· όταν τρέχεις προς την κατεύθυνση που σε υφαίνει ο Τροχός, μερικές φορές βρίσκεις κάποιον έλεγχο στη ζωή σου. Μερικές φορές. Με λίγη τύχη, ίσως περισσότερο απ’ όσο θα περίμενες, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα. Αλλά είχε πιο επείγουσες έγνοιες από τον Ματ ή από τους Σάιντο, τώρα που ο Κουλάντιν ήταν νεκρός.
Ρίχνοντας μια ματιά στην είσοδο, είδε ότι ο ήλιος είχε σηκωθεί, αν και το μόνο άλλο που φαινόταν ήταν δυο Κόρες που γονάτιζαν οκλαδόν ακριβώς έξω, με τα δόρατα στα γόνατα. Είχε περάσει μια νύχτα και σχεδόν ολόκληρο το πρωί αναίσθητος και ο Σαμαήλ ή δεν είχε προσπαθήσει να τον βρει, ή είχε προσπαθήσει και είχε αποτύχει.
Πρόσεχε πολύ ώστε να χρησιμοποιεί αυτό το όνομα, ακόμα και για τον εαυτό του, παρ’ όλο που ένα άλλο τώρα έπλεε στο βάθος του μυαλού του. Τελ Τζάνιν Ήλιναρ. Η ιστορία δεν είχε καταγράψει αυτό το όνομα, δεν το περιείχε ούτε ένα απόσπασμα στη βιβλιοθήκη της Ταρ Βάλον· η Μουαραίν του είχε πει όσα ήξεραν οι Άες Σεντάι για τους Αποδιωγμένους, τα οποία ήταν ελαχίστως περισσότερα απ’ όσα έλεγαν τα παραμύθια στα χωριά. Ακόμα και ο Ασμόντιαν τον έλεγε πάντα Σαμαήλ, αν και για διαφορετικό λόγο. Πολύ προτού τελειώσει ο Πόλεμος της Σκιάς, οι Αποδιωγμένοι είχαν υιοθετήσει τα ονόματα που τους είχαν δώσει οι άνθρωποι, ως σύμβολα της αναγέννησης τους στη Σκιά. Το αληθινό όνομα του Ασμόντιαν ―Τζόαρ Άνταμ Νεσόσιν― τον είχε κάνει να μορφάσει, και ισχυριζόταν ότι είχε ξεχάσει τα ονόματα των άλλων ύστερα από τρεις χιλιάδες χρόνια.
Ίσως να μην υπήρχε πραγματικός λόγος για να κρύβει αυτό που συνέβαινε στο μυαλό του —ίσως να ήταν μονάχα μια απόπειρα για να αρνηθεί την πραγματικότητα κι στον ίδιο του τον εαυτό― αλλά θα άφηνε τον άλλο να παραμείνει Σαμαήλ. Και, ως Σαμαήλ, θα πλήρωνε με το παραπάνω για κάθε Κόρη που είχε σκοτώσει. Για τις Κόρες που δεν είχε μπορέσει να προστατεύσει ο Ραντ.
Την ίδια στιγμή που έδινε αυτό τον όρκο, έκανε μια γκριμάτσα. Είχε κάνει μια αρχή στέλνοντας τον Γουίραμον πίσω στο Δάκρυ —αν ήθελε το Φως, μονάχα ο ίδιος και ο Γουίραμον θα ήξεραν τι είδους αρχή ήταν αυτή ως τώρα― αλλά δεν μπορούσε να σηκωθεί και να κυνηγήσει τον Σαμαήλ, ό,τι κι αν ήθελε, ό,τι κι αν ορκιζόταν. Όχι ακόμα. Υπήρχαν πρώτα ζητήματα με τα οποία έπρεπε να ασχοληθεί εδώ στην Καιρχίν. Η Αβιέντα μπορεί να νόμιζε ότι ο Ραντ δεν καταλάβαινε από τζι’ε’τόχ, και μπορεί όντως να μην καταλάβαινε; αλλά καταλάβαινε από καθήκον και είχε καθήκον στην Καιρχίν. Εκτός αυτού, υπήρχαν τρόποι να λύσει το ζήτημα του Γουίραμον.
Ανακαθίζοντας —ενώ προσπαθούσε να μη δείξει πόσο τον δυσκόλευε η κίνηση― σκεπάστηκε με την κουβέρτα όσο πιο αξιοπρεπώς μπορούσε, κι αναρωτήθηκε πού να ήταν άραγε τα ρούχα του· έβλεπε μόνο τις μπότες του, πίσω από την Αβιέντα. Αυτή μάλλον θα ήξερε. Μπορεί να τον είχαν ξεντύσει οι γκαϊ’σάιν, αλλά εξίσου πιθανό ήταν να τον είχε ξεντύσει κι αυτή. «Θέλω να πάω στην πόλη. Νατάελ, βάλε να σελώσουν και να φέρουν τον Τζήντ’εν».