«Ίσως αύριο», του είπε η Αβιέντα με σταθερή φωνή, πιάνοντας τον Ασμόντιαν από το μανίκι, καθώς αυτός έκανε να σηκωθεί. «Η Μουαραίν Σεντάι είπε ότι πρέπει να αναπαυθείς για―»
«Σήμερα, Αβιέντα. Τώρα. Δεν ξέρω γιατί δεν ήρθε ο Μάιλαν, αν είναι ζωντανός ακόμα, αλλά θα το μάθω. Νατάελ, το άλογό μου!»
Εκείνη πήρε ένα πεισματάρικο ύφος, όμως ο Ασμόντιαν τράβηξε το χέρι του, ίσιωσε τις ζάρες του βελούδου και είπε, «Ο Μάιλαν ήρθε εδώ, όπως και άλλοι».
«Δεν έπρεπε να μάθει ότι―» άρχισε να λέει θυμωμένα η Αβιέντα, και μετά έσφιξε το στόμα, προτού τελειώσει τη φράση της. «Χρειάζεται ξεκούραση».
Άρα οι Σοφές πίστευαν ότι μπορούσαν να του αποσιωπούν πράγματα. Ε, λοιπόν, δεν ήταν τόσο αδύναμος όσο νόμιζαν. Προσπάθησε να σηκωθεί, κρατώντας πάνω του την κουβέρτα, και, μόλις ένιωσε τα πόδια του να μην τον υπακούουν, προσποιήθηκε ότι απλώς ήθελε να αλλάξει θέση. Μπορεί να ήταν αδύναμος όσο νόμιζαν. Αλλά δεν θα τον εμπόδιζε αυτό.
«Θα ξεκουραστώ όταν πεθάνω», είπε και μετάνιωσε που το έκανε, βλέποντάς την να μορφάζει σαν να είχε δεχθεί χτύπημα. Όχι, η Αβιέντα δεν θα μόρφαζε μ’ ένα χτύπημα. Το σημαντικό γι’ αυτήν ήταν να μείνει ο Ραντ ζωντανός για χάρη του Άελ, και μια απειλή σε βάρος του θα την πονούσε περισσότερο από ένα χτύπημα. «Πες μου για τον Μάιλαν, Νατάελ».
Η Αβιέντα βυθίστηκε σε μια βλοσυρή σιωπή, αν και αγριοκοίταζε τον Ασμόντιαν και τον Ραντ.
Ένας καβαλάρης είχε έρθει σταλμένος από τον Μάιλαν μέσα στη νύχτα, όλο μελίρρυτα εγκώμια και διαβεβαιώσεις περί αιώνιας υπακοής. Την αυγή είχε εμφανιστεί ο ίδιος ο Μάιλαν, μαζί με τους έξι άλλους Υψηλούς Άρχοντες του Δακρύου που ήταν στην πόλη, και μια μικρή κουστωδία Δακρυνών στρατιωτών, οι οποίοι άγγιζαν τις λαβές των σπαθιών τους κι έσφιγγαν τις λόγχες τους, σαν να περίμεναν πως θα πολεμούσαν με τους Αελίτες που στέκονταν αμίλητοι και τους έβλεπαν να έρχονται.
«Λίγο έλειψε», είπε ο Ασμόντιαν. «Αυτός ο Μάιλαν δεν έχει συνηθίσει να του λένε όχι, νομίζω, ούτε και οι άλλοι. Ειδικά εκείνος ο χοντροπρόσωπος —ο Τορέαν;― και ο Σίμααν. Ο Σίμααν έχει βλέμμα κοφτερό σαν τη μύτη του. Ξέρεις ότι είμαι συνηθισμένος σε επικίνδυνες παρέες, αλλά αυτοί με τον τρόπο τους είναι από τους πιο επικίνδυνους που έχω γνωρίσει».
Η Αβιέντα ξεφύσηξε δυνατά. «Ό,τι και να είχαν συνηθίσει, δεν είχαν άλλη επιλογή, αφού στη μια άκρη στέκονταν η Σορίλεα, η Άμυς, η Μπάιρ και η Μελαίν, και στην άλλη η Σούλιν με χίλιες Φαρ Ντάραϊς Μάι. Υπήρχαν και μερικά Σκυλιά της Πέτρας», παραδέχτηκε, «και μερικοί Αναζητητές Νερού και κάποιες Κόκκινες Ασπίδες. Αν στ’ αλήθεια υπηρετείς τον Καρ’α’κάρν όπως ισχυρίζεσαι, Τζέησιν Νατάελ, θα πρέπει να προστατεύεις και την ανάπαυση του, όπως κάνουν κι αυτοί».
«Εγώ ακολουθώ τον Αναγεννημένο Δράκοντα, νεαρή μου. Τον Καρ’α’κάρν τον αφήνω σε σας».
«Συνέχισε, Νατάελ», είπε ανυπόμονα ο Ραντ και η Αβιέντα ξεφύσηξε γι’ αυτόν τούτη τη φορά.
Η Αβιέντα είχε δίκιο σχετικά με τις επιλογές των Δακρυνών, αν και ίσως να είχαν μεγαλύτερη επιρροή στην απόφασή τους όχι οι Σοφές αλλά οι Κόρες και οι άλλοι που άγγιζαν τα πέπλα τους. Εν πάση περιπτώσει, όταν τελικά γύρισαν τα άλογα να φύγουν, ακόμα και ο Άρακομ, ένας λεπτός γκριζομάλλης με ήπια ιδιοσυγκρασία, έβραζε από το θυμό του, και ο Γκέγιαμ, που ήταν φαλακρός σαν βότσαλο και γεροδεμένος σαν σιδεράς, είχε ασπρίσει από την οργή. Ο Ασμόντιαν δεν ήξερε αν αυτό που τους είχε εμποδίσει να ξιφουλκήσουν ήταν η βεβαιότητα της ήττας, ή αν είχαν καταλάβει ότι, εφόσον κατόρθωναν να φτάσουν ως τον Ραντ, αυτός μάλλον δεν θα τους καλοδεχόταν με το αίμα των συμμάχων του στις λεπίδες τους.
«Τα μάτια του Μάιλαν είχαν γουρλώσει και ήταν έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες», κατέληξε ο βάρδος. «Αλλά προτού φύγουν, φώναξε δυνατά ότι σου προσφέρει την υποταγή και την υπακοή του. Μπορεί να σκέφτηκε ότι θα τον ακούσεις. Οι άλλοι αμέσως τον μιμήθηκαν, όμως ο Μάιλαν πρόσθεσε κάτι που τους έκανε να τον κοιτάξουν. “Δωρίζω την Καιρχίν στον Άρχοντα Δράκοντα”, είπε. Και μετά ανακοίνωσε ότι θα ετοίμαζε θριαμβευτική υποδοχή για σένα όταν θα ήσουν έτοιμος να μπεις στην πόλη».
«Υπάρχει ένα παλιό ρητό στους Δύο Ποταμούς», είπε ξερά ο Ραντ. «“Όσο πιο δυνατά σου λέει κάποιος ότι είναι τίμιος, τόσο πιο πολύ πρέπει να προσέχεις το πουγκί σου”. Κι ένα άλλο έλεγε, «Η αλεπού συχνά προσφέρει στην πάπια τη λιμνούλα της». Η Καιρχίν ήταν δική του, χωρίς να του τη δωρίσει ο Μάιλαν.