Δεν είχε καμία αμφιβολία για την αφοσίωση του άλλου. Θα διαρκούσε για όσο διάστημα πίστευε ο Μάιλαν ότι ο Ραντ θα τον τιμωρούσε, αν μάθαινε κάτι για οποιαδήποτε προδοσία του. Αν μάθαινε· αυτή ήταν η παγίδα. Αυτοί οι επτά Υψηλοί Αρχοντες στην Καιρχίν ήταν εκείνοι που το είχαν βάλει πείσμα να τον σκοτώσουν στο Δάκρυ. Γι’ αυτό τους είχε στείλει εδώ. Αν εκτελούσε όλους τους Δακρυνούς αριστοκράτες που είχαν μηχανορραφήσει εναντίον του, τότε μπορεί να μην είχε μείνει κανένας ζωντανός. Τότε, ο Ραντ είχε σκεφτεί ότι ο καλύτερος τρόπος προκειμένου να ματαιώσει τα σχέδιά τους, κάνοντας ταυτοχρόνως και κάτι καλό εκεί που χρειαζόταν, ήταν να τους στείλει χίλια μίλια παραπέρα, για να αντιμετωπίσουν την αναρχία, το λιμό και τον εμφύλιο πόλεμο. Φυσικά, τότε ο Ραντ δεν γνώριζε την ύπαρξη του Κουλάντιν, και πολύ λιγότερο ότι ο άνθρωπος αυτός θα τον οδηγούσε στην Καιρχίν.
Θα ήταν ευκολότερο, αν όλα αυτά ήταν ένα παραμύθι, σκέφτηκε. Στα παραμύθια, οι εκπλήξεις κάποια στιγμή τελείωναν και ο ήρωας ήξερε ό,τι έπρεπε να ξέρει· ο ίδιος προσωπικά δεν έμοιαζε να ξέρει ούτε το ένα τέταρτο όσων συνέβαιναν.
Ο Ασμόντιαν δίστασε ―όπως γνώριζε πολύ καλά, το παλιό ρητό γι’ αυτούς που σε διαβεβαιώνουν ως προς την τιμιότητα τους μπορεί να ίσχυε και για τον ίδιο― αλλά, όταν ο Ραντ δεν συνέχισε να μιλάει, εκείνος πρόσθεσε, «Νομίζω ότι θέλει να γίνει Βασιλιάς της Καιρχίν. Υποτελής σου, φυσικά».
«Και κατά προτίμηση εν τη απουσία μου». Ο Μάιλαν πιθανότατα περίμενε πως ο Ραντ θα ξαναγυρνούσε στο Δάκρυ και στο Καλαντόρ. Ο Μάιλαν δεν φοβόταν την εξουσία· όσο περισσότερη, τόσο καλύτερα.
«Φυσικά». Ο Ασμόντιαν μίλησε ακόμα πιο ξερά απ’ όσο είχε μιλήσει ο Ραντ. «Υπήρξε και άλλη μια επίσκεψη ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο». Δώδεκα Καιρχινοί άρχοντες και αρχόντισσες, δίχως ακολουθία, είχαν έρθει φορώντας μανδύες, με πρόσωπα κρυμμένα σε κουκούλες, παρά τη ζέστη. Ολοφάνερα γνώριζαν ότι οι Αελίτες αποστρέφονται τους Καιρχινούς, και ολοφάνερα επίσης ανταπέδιδαν το συναίσθημα αυτό. Όμως ήταν ταραγμένοι, τόσο από το ενδεχόμενο να τους σκοτώσουν οι Αελίτες, όσο και από το να μάθαινε ο Μάιλαν για την επίσκεψη τους. «Όταν με είδαν», είπε πικρόχολα ο Ασμόντιαν, «λίγο έλειψε να με σκοτώσουν, φοβούμενοι πως είμαι Δακρυνός. Μπορείς να ευχαριστήσεις τις Φαρ Ντάραϊς Μάι που έχεις ακόμα τον βάρδο σου».
Αν και λίγοι, οι Καιρχινοί αποδείχθηκε δυσκολότερο να απομακρυνθούν απ’ όσο ο Μάιλαν· όσο περνούσε η ώρα, ίδρωναν και χλώμιαζαν όλο και πιο πολύ, αλλά απαιτούσαν πεισματικά να δουν τον Άρχοντα Δράκοντα. Ενδεικτικό του μεγέθους της επιθυμίας τους αυτής ήταν το ότι, εφόσον οι απαιτήσεις τους απορρίφθηκαν, κατάντησαν τελικά να ικετεύουν απροκάλυπτα. Ο Ασμόντιαν μπορεί να έβρισκε παράξενο ή σκληρό το χιούμορ των Αελιτών, αλλά γελούσε πνιχτά λέγοντας για τους αριστοκράτες με τα μεταξωτά σακάκια και τα φορέματα ιππασίας που υποκρίνονταν πως αυτός δεν ήταν εκεί, ενώ γονάτιζαν για να σφίξουν τις μάλλινες φούστες των Σοφών.
«Η Σορίλεα τους απείλησε ότι θα τους γδύσει και θα τους μαστιγώνει σ’ όλο το δρόμο μέχρι την πόλη». Το γέλιο του σταμάτησε, συνέχισε να μιλά σαν να μην πίστευε αυτά που έλεγε. «Αυτό το συζήτησαν μεταξύ τους. Αν ήταν όρος για να σε δουν, πιστεύω ότι μερικοί θα τον είχαν δεχθεί».
«Η Σορίλεα θα το έκανε», είπε η Αβιέντα, με ασυνήθιστα φιλικό τόνο. «Οι επίορκοι δεν έχουν τιμή. Τελικά η Μελαίν έβαλε να τους ρίξουν σαν σακιά στα άλογά τους και να διώξουν τα άλογα από το στρατόπεδο, με τους επίορκους να κρέμονται όπως-όπως».
Ο Ασμόντιαν ένευσε. «Αλλά πριν απ’ αυτό, δύο μου μίλησαν, όταν βεβαιώθηκαν ότι δεν είμαι Δακρυνός κατάσκοπος. Ο Άρχοντας Ντομπραίν και η Αρχόντισσα Κολαβήρ. Τα περιτύλιξαν όλα με τόσους υπαινιγμούς και υπονοούμενα, που δεν ξέρω στα σίγουρα, αλλά δεν θα με ξάφνιαζε, αν σκοπεύουν να σου προσφέρουν τον Θρόνο του Ήλιου. Θα μπορούσαν να πουν δυο κουβέντες με... μερικούς ανθρώπους τους οποίους κάποτε γνώριζα».
Ο Ραντ γέλασε σαρκαστικά. «Μπορεί και να το κάνουν. Αν μπορέσουν να προσφέρουν ίδιους όρους με τον Μάιλαν». Δεν χρειαζόταν τη Μουαραίν για να του πει ότι οι Καιρχινοί έπαιζαν το Παιχνίδι των Οίκων ακόμα και στον ύπνο τους, ούτε και τον Ασμόντιαν για να του πει ότι θα δοκίμαζαν να κάνουν το ίδιο με τους Αποδιωγμένους. Οι Υψηλοί Άρχοντες στα αριστερά και οι Καιρχινοί στα δεξιά. Μια μάχη τελείωνε και μια άλλη άρχιζε, διαφορετικού είδους αλλά όχι με λιγότερους κινδύνους. «Εν πάση περιπτώσει, το Θρόνο του Ήλιου τον προορίζω για κάποιον που έχει δικαίωμα σ’ αυτόν». Αγνόησε το συλλογισμένο βλέμμα του Ασμόντιαν· μπορεί ο άνδρας να τον είχε βοηθήσει την περασμένη νύχτα, μπορεί και όχι, αλλά δεν τον εμπιστευόταν αρκετά για να του πει τα σχέδιά του. Παρ’ όλο που το μέλλον του Ασμόντιαν ήταν δεμένο με το δικό του, η αφοσίωσή του στον Ραντ ήταν αποτέλεσμα αναγκαιότητας και ήταν ο ίδιος εκείνος άνθρωπος που είχε επιλέξει να δώσει την ψυχή του στη Σκιά. «Ο Μάιλαν θέλει να μου οργανώσει μια λαμπρή υποδοχή όταν ετοιμαστώ, ε; Το καλύτερο θα είναι να δω τι συμβαίνει τώρα, που δεν το περιμένει». Κατάλαβε γιατί η Αβιέντα είχε γίνει τόσο φιλική, συμμετέχοντας ακόμα και στη συζήτηση. Όσο ο Ραντ καθόταν εκεί κουβεντιάζοντας, έκανε ακριβώς αυτό που ήθελε η Αβιέντα. «Θα μου φέρεις το άλογο, Νατάελ, ή θα το φέρω μόνος μου;»